Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Περιμένοντας τον Άγιο Βασίλη - Νίνα Βαβούρη



  Παραμονή Χριστουγέννων βράδυ. 
  Ποια χρονιά ακριβώς δεν θυμάμαι, πρέπει να ήμουν γύρω στα πέντε. Όπως πάντα είχαμε μαζευτεί όλα τα ξαδέρφια και ετοιμαζόμασταν να ξαπλώσουμε. Είχαμε ήδη απλώσει τους υπνόσακούς μας πάνω στη φλοκάτη μπροστά από το τζάκι. Οι κάλτσες μας κρέμονταν σχεδόν πάνω από τα κεφάλια μας και περίμεναν … τα δώρα. 
  Αυτή τη φορά ήμασταν αποφασισμένοι: θα μέναμε ξύπνιοι να δούμε τον Άγιο Βασίλη! Είχαμε καταστρώσει και σχέδιο. Τρεις θα κοιμόντουσαν και ένας θα έμενε ξύπνιος, σκοπιά. Στην ώρα θα ξύπναγε τον επόμενο και θα έπεφτε εκείνος για ύπνο. Ακόμα, ο Πέτρος, ο μεγαλύτερος απ’ όλους είχε την ιδέα να ξαπλώσουμε όσο γίνεται πιο κοντά στο τζάκι και να απλωθούμε έτσι ώστε να είναι σχεδόν αδύνατον να μην μας ακουμπήσει ο Άγιος Βασίλης όταν θα πέρναγε για να πάει στο τραπέζι με τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα. Γιατί πάντα πήγαινε!
   Πλύναμε τα δόντια μας και τρέξαμε να χωθούμε στους υπνόσακους . Έβαλα τον φακό μου κάτω από το μαξιλάρι αφού πρώτα έλεγξα πως δούλευε και πως είχα και εφεδρική μπαταρία. Έπρεπε να κοιμηθώ γιατί σε δύο ώρες θα με ξύπναγαν. Όμως είχα τρομερή υπερδιέγερση και δεν μπορούσα να ησυχάσω. Στην αρχή άρχισα να μετράω. Δεν ξέρω γιατί το έκανα αφού ποτέ δεν έπιανε. Μετά με ενοχλούσε ο φακός του Πέτρου που κρατούσε σκοπιά διαβάζοντας Αστερίξ και έβαλα και το κεφάλι μέσα στον υπνόσακο. Όμως ίδρωνα και νόμιζα πως δεν μπορώ να αναπνεύσω. Στριφογύριζα αρκετή ώρα και όταν τελικά ηρέμησα και με πήρε ο ύπνος, ήταν ώρα να σηκωθώ.  
  Είχε έρθει η σειρά μου. Έβαλα μια μακριά μάλλινη ζακέτα πάνω από την πιτζάμα μου και πήγα να πλύνω το πρόσωπό μου για να ξυπνήσω καλύτερα. Γυρίζοντας, πέρασα δίπλα από το στρωμένο τραπέζι. Εκτός από τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες υπήρχε και ένα μπολ με σοκολατένιες ελίτσες που ήταν οι αγαπημένες μου και δεν είχα φάει ούτε μία. 
 «Θα φας όσες θέλεις αύριο, αυτές είναι για τον Άγιο Βασίλη», μου είχε πει η μαμά μου. 
  Τώρα όμως όλοι κοιμόντουσαν, ο Άγιος Βασίλης δεν είχε έρθει ακόμα και οι ελίτσες ήταν μπροστά μου! 
  «Δεν θα τον πειράξει εάν φάω μία».
   Άπλωσα το χέρι μου και πήρα μία. Μμμ! 
  «Ε, άλλη μία ούτε καν θα φανεί». 
    Κι άλλη μία, κι άλλη κι άλλη, μέχρι που άδειασα το μισό μπολ. Πάλι καλά που είχε μείνει το άλλο μισό! Πήγα στην κουζίνα, ήπια ένα ποτήρι νερό και ξαναγύρισα στο σαλόνι. Κρύωνα λίγο και αποφάσισα να μπω μέσα στον υπνόσακο λιγάκι, ίσα ίσα για να ζεσταθώ και να ξαναβγώ. 

    Με ξύπνησε ο ξάδερφός μου που φώναζε πως εξαιτίας μου πάλι δεν είχαμε δει τον Άγιο Βασίλη. Με είχε πάρει ο ύπνος … Οι υπόλοιποι ευτυχώς ήταν  τόσο ενθουσιασμένοι με τα δώρα τους που δεν μου είπαν τίποτα. 
    «Φέτος, ο Άγιος Βασίλης μας ήρθε πολύ πεινασμένος. Εκτός από κουραμπιέ και μελομακάρονο έφαγε και σχεδόν όλες τις ελίτσες», είπε η μαμά μου και με κοίταξε χαμογελώντας πονηρά. 
   «Ωχ», σκέφτηκα, «λες να με μαρτύρησε ο Άγιος Βασίλης;»
Ύστερα η μαμά μου έσκυψε και μου είπε στο αυτί:  
«Πήγαινε να πλύνεις το πρόσωπό σου. Έχεις πασαλειφτεί με σοκολάτα μέχρι τ’ αυτιά!»


από: http://scbwigreece.blogspot.gr




Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Ένα δέντρο μια φορά του Ευγένιου Τριβιζά



Κάθε παραμονή Χριστουγέννων,
γύρω στα μεσάνυχτα,
 κάτι παράξενο συμβαίνει
 σ' έναν απόμερο δρόμο
μιας πολύβουης πολιτείας,
κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει:
ένα σμάρι πυγολαμπίδες
τριγυρνούν επίμονα, τρεμοσβήνοντας,
λες και κάτι αναζητούν,
λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι...

 
Ένα πολύ όμορφο διήγημα
του Ευγένιου Τριβιζά, 
 που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά
 στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»
 τον Ιούλιο του 2007
μετά τις καταστροφικές  πυρκαϊὲς,
εκείνου του καλοκαιριού.


 Η ταινία



Το διήγημα έγινε μια πολύ όμορφη ελληνική ταινία animation,  γεμάτη έμπνευση και ευαισθησία, που προβλήθηκε για πρώτη φορά από την ΕΡΤ τα Χριστούγεννα του 2009.

Σ’ αυτό το δρόμο κάποτε
απ’ όλους ξεχασμένο
δύσμοιρο δέντρο ρίζωνε
σκυφτό και σκονισμένο
δύσμοιρο δέντρο ρίζωνε
κυρτό και σκονισμένο

Δεν είχαν τιτιβίσει
στα φύλλα του πουλιά
δεν είχε ανασάνει
του δάσους η δροσιά
δεν είχε ανασάνει
του δάσους η δροσιά

Σ’ αυτό τον τόπο κάποτε
σ’ ερημωμένο σπίτι
έμενε ένα μικρό παιδί
ένα παιδί σπουργίτι

Πετάει εδώ πετάει εκεί
απ’ το πρωί ως το βράδυ
δεν έχει νιώσει θαλπωρή
δεν το `χει αγγίξει χάδι

Κι ένα θλιμμένο δείλι
γίναν οι δυο τους φίλοι
σύντροφοι έγιναν και φίλοι
του χειμώνα κάποιο δείλι
σύντροφοι έγιναν και φίλοι
του χειμώνα κάποιο δείλι


Κι ένα θλιμμένο δείλι
γίναν οι δυο τους φίλοι
σύντροφοι έγιναν και φίλοι
του χειμώνα κάποιο δείλι
σύντροφοι έγιναν και φίλοι
του χειμώνα κάποιο δείλι






"Γιορτές αγλύκαντες" του Δημήτρη Χίλιου



Απόσπασμα από το ηθογραφικό διήγημα "Γιορτές αγλύκαντες" (1982),του Δημήτρη Χίλιου, από την Συλλογή "Το Συγκέσιο", εκδ. "ΦΥΛΛΑ".

Ἡ ἐκκλησία ὁλόφωτη, ντυμένη γιορτινά γιά τή μεγάλη μέρα. Καινούργια ἁπλάδια στρωμένα, δανεισμένα ἀπό τήν προίκα κοριτσιῶν ἀνύπαντρων, γιά νά ρθουν σύντομα οἱ χαρές τους, λευκές κορδέλλες δεμένες παντοῦ.
Ἡ φαρδειά θολωτή ξύλινη πόρτα μέ τά πολύχρωμα τζαμάκια, κάτω ἀπό τό καλλιγραφημένο
«Αὔτη ἡ Πύλη τοῦ οὐρανοῦ...», ἄνοιγε κάθε τόσο νά μπαίνουν οἱ ἐνορίτες καί τήν ἔκλεινε βιαστικά ὁ Κώστας ὁ Σκαρτσῆς, ὁ ἐπίτροπος, πού στεκόταν στό παγκάρι μέ τόν πρόεδρο τῆς Κοινότητας καί τόν ἄλλο ἐπίτροπο τόν Φώτη τόν Λιαρίτση γιά νά μοιράζουν στόν κόσμο κεριά καί λαμπάδες, νά κάνουν ποῦ καί ποῦ κανένα δυνατό σσσσσσστ, σάν χρειαζόταν.
Ἡ εἰκόνα τῆς Γέννησης, ὀμορφοστολισμένη, ὅλο χρυσάνθεμα καί γιασεμιά καρφωμένα στό στεφάνι ἀπό σμέρτα πού τήν τύλιγε, πάνω στόν ξύλινο σκαλιστό της θρόνο, λαμποκόπαγε στή φλόγα τῶν κεριῶν πού κρατάγαν τά δυό μανουάλια καί φωτίζαν τίς ἀμέτρητες θαμπάδες πάνω στό τζάμι ἀπ΄ τά φιλήματα.
Ὅλα καθαρά καί ταχτοποιημένα. Κι ὅλα νά .......
μυρίζουν λιβάνι ἁγιορίτικο καί δροσερά χειμωνιάτικα λουλούδια.
Ἡ Φροσύνη ἡ νεωκόρισσα πηγαινοερχόταν, νά σβήνει κεριά, νά δίνει καρέκλες σε γκαστρωμένες, ἄρρωστους, ἡλικιωμένους, καί πότε-πότε μέχρι τήν πόρτα τοῦ ἱεροῦ γιά ν
ἀποπάρει τά παιδιά πού, γύρω στό μαγγάλι πού ἔκαιγε γιά ζεστασιά ἀλλά καί γιά τοῦ θυμιατοῦ τίς ἀνάγκες, ξεμασκλίζαν ἕνα πρόσφορο πού τούς εἶχε ὁ παπάς δομένο.
Τά μάλωνε ἡ Φροσύνη γιατί τῆς γιομίζαν τ
ἁπλάδια ψίχουλα καί ποιός τά τίναζε μετά, καθώς καί γιατί μάλωναν μεταξύ τους κι ὅπως ὁ παπάς δέν τούς μίλαγε φτάναν ἔξω στο έκκλησίασμα οἱ ἀγριοφωνάρες τους.
Ἐκεῖνα, μές στά παιχνίδια καί τά τσακώματα, εἶχαν τό νοῦ τους καί κοιτάγαν κάθε τόσο ἀπό τήν πόρτα νά ἰδοῦν μπάς κι ἔρχεται ὁ Κωσταντής ὁ Τσουκάλας, ὁ ἐπίτροπος, γιατί μονάχα ἐκεῖνον φοβόσανται ἐπειδή τούς ἄστραφτε ἀπό ἕνα σκαμπίλι καί μετά τά ἔβγανε ἀπό τ’ αὐτί ἔξω στόν κόσμο καί τά ντρόπιαζε. Στό σκόλασμα ἄκουγε ἀπ
τίς μανάδες, καί τί δέν ἄκουγε!
Ὅλοι καθαροί, ντυμένοι τά γιορτινά τους
! Παρ΄ ὅλο τό τσουχτερό κρῦο καί τόν ἀέρα πού δερνόταν ἔξω, γλυκειά ζεστασιά ἁπλωνόταν στήν ἐκκλησία.
Τί θαυμάζεις Μαριάμ, τί ἐκθαμβεῖσθε τό ἐκ Σοῦ...,
ἔψελνε ὁ Νίκος ὁ Σπυράκης ἀπό τό δεξιό ἀναλόγιο. Κι ὁ Γιώργης ὁ Κοκόλας, καθαροντυμένος καί φρεσκοξυρισμένος, ὅλο κοψίματα, σήμερα εὐτυχῶς ἦρθε ξεμέθυστος εἶπε τό πρωΐ ὁ παπάς στόν πρόεδρο τόν Μέλτη τόν Φραγκαλέξη πού ἦταν κι ἐπίτροπος στήν ἐκκλησία, συνέχιζε ὄχι μόνο μέ τή φωνή μά καί μέ τά χέρια του, ἐκφραστικότατα, μελωδώντας στόν ὕμνο.

Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός

ἀκολουθήσωμεν λοιπόν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ,
μετά τῶν μάγων ἀνατολή τῶν Βασιλέων.
ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἀκαταπαύστως ἐκεῖ

ποιμένες ἀγραυλοῦσιν ὠδήν ἐπάξιον.
Δόξα ἐν ὑψῖστοις λέγοντες,
τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι
ἐκ τῆς Παρθένου καί Θεοτόκου
ἐν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας.


Σέ λίγο τέλειωνε ἡ ἀκολουθία τῶν Ὡρῶν, μπαίνανε πιά στή λειτουργία. Ὁ παπα-Ἀντρέας ἔβγαινε τώρα γιά τή Μικρά Εἴσοδο μέ τό Εὐαγγέλιο ψηλά σηκωμένο, μέ τά καινούργια του χρυσοκόκκινα ἄμφια φρεσκοσιδερωμένα
στήν πέννα τόν εἶχε ἡ παπαδιά καί τά παιδιά νά προπορεύονται μέ τίς λευκές ποδιές καί τίς τόρτσες μέ λευκό κερί καί κολλαριστές κορδέλλες, ὅλα τά εἶχε στήν ἐντέλεια ἑτοιμασμένα ἡ Φροσύνη ἡ νεωκόρισσα.
Ὁ Γιάννης τοῦ Πέτρου τοῦ Κόλβερη, θυμωμένος μέ τή νεωκόρισσα τῆς ἄλλης ἐνορίας, πού τόν εἶχε μαλωμένο, ἐρχόταν στόν αϊ-Νικόλα τώρα καί κρατάγαν μέ τόν Δημητράκη τοῦ παπά τίς λαμπάδες, καμμιά φορά τσακωνόσανται κιόλας γιά τό θυμιατό ὅπως καί τά ἀπογεύματα σάν παῖζαν οἱ δυό τους τούς παπάδες στή γειτονιά κι ἁρπαζόσανται γιά τό ποιός θά κάμει τόν Δεσπότη καί ποιός τόν Πρωτοσύγκελο.
Μάλιστα στήν ἐκκλησία κρύβαν τίς ποδιές ἀπό τό βράδυ πίσω ἀπό τίς παλιές εἰκόνες τοῦ ἱεροῦ γιά νά μήν προλάβουν τό πρωΐ τ' ἄλλα παιδιά καί τίς φορέσουν.


Ο Δημήτρης Χίλιος 
γεννήθηκε στο Επιτάλιο της Ηλείας το 1960.
Σπούδασε δημοσιογραφία και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά. Κατ’ αρχήν διέπραξε έρευνες, χρονογραφήματα, επετειακά και ιστορικά αφιερώματα, προπονούμενος για σοβαρός συγγραφέας. Στη συνέχεια το γλύκανε με σχόλια επί παντός του επιστητού, κείμενα για το θέατρο, την τηλεόραση.
Μόλις ο κύκλος των δημοσιευμάτων έκλεισε, βάλθηκε να γράφει και να σκίζει κατ΄ οίκον και προς ιδίαν τέρψιν.
Εργάζεται στην Εθνική Πινακοθήκη.
Καταγινόμενος με το διήγημα συμμετείχε σε ομαδικές εκδόσεις, ενώ το 1995 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του
Το Συγκέσιο
επτά ηθογραφικά διηγήματα.
Το 2001 από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα

Με το σφύριγμα του τραίνου
μια καταγραφή της καθημερινότητας στην ελληνική επαρχία στα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Τα Χάρτινα φιλιά
είναι η δεύτερή του απόπειρα.