Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιτάλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιτάλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

Λογοτεχνική συνάντηση

 



Το Σάββατο 10 Αυγούστου 2024, στις 7.30 μ.μ., οι Λέσχες Ανάγνωσης Επιταλίου, Ζαχάρως και η Δεξαμενή Αναγνώσεων (Λέσχη Ανάγνωσης Δεξαμενής Πύργου), συνδιοργανώνουν λογοτεχνική εκδήλωση στο Επιτάλιο, για το βραβευμένο βιβλίο του Δημήτρη Κανελλόπουλου «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες». 

Για τον συγγραφέα θα μιλήσει η Ρέα Μακρή, από τη Λέσχη Ανάγνωσης Ζαχάρως ενώ για το βιβλίο θα μιλήσει η Βάσω Διαμαντοπούλου, από τη Δεξαμενή Αναγνώσεων. Την εκδήλωση θα συντονίσει η Ελένη Κουνέλη. 

Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί στην έδρα του Πολιτιστικού Συλλόγου Επιταλίου "Επί της αλός" και είναι ανοιχτή για το κοινό. 

Στα διηγήματα του Δ.Κ. θα ανακαλύψετε ένα κόσμο αρχαϊκό, διόλου εξωραϊσμένο. Ἐναν κόσμο σκληρό, που διακατεχόταν από πάθη και ένστικτα σκοτεινά, αλλά συνάμα διέθετε απλότητα και ομορφιά που έχουν εκλείψει στις μέρες μας. Θα ανακαλύψετε επίσης μια γλωσσική κιβωτό που δίνει πνοή στο βλέμμα και στη φωνή των ανθρώπων μιας εποχής αλλοτινής. Γιατί, όπως λέει ο συγγραφέας '' στο βλέμμα και στη φωνή τους καθρεφτίζεται η ψυχή τους''. 

Περισσότερα στοιχεία για το βιβλίο στην ιστοσελίδα μας:

https://kichli.com/.../o-thanatos-tou-astriti-ke-alles.../

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα το θαυμάσιο διήγημα ''Το '΄αλογο''. 

https://kichli.com/apospasmata/Kanellopoulos_ALOGO.pdf

Η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου, με τίτλο Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, αποτελεί προϊόν αφύπνισης της μνήμης για τον γενέθλιο τόπο. Σε αυτή την ανάκληση του κόσμου του χθες με ώθησε η φθορά των ήχων, των λέξεων, των εικόνων, καθώς και η απώλεια ανθρώπων, πραγμάτων και καταστάσεων στο πέρασμα του χρόνου. Οδηγός μου στο ταξίδι αυτό δεν ήταν η νοσταλγία. Θέλησα απλώς να διασώσω από τη λήθη εκείνες τις σκοτεινές και θλιβερές όψεις της ζωής που αφήνει στη σκιά ο εξωραϊσμός της μνήμης.  

Δημήτρης Κανελλόπουλος

Ενα στοιχείο σασπένς κρατάει πάντοτε αμείωτο το ενδιαφέρον μας στα διηγήματα του Κανελλόπουλου, που συχνά αποκαλύπτουν μόνο την ύστατη ώρα την τελική τους έκβαση. Πλησιάζοντας το θέμα του αργά, και αποφεύγοντας να αγγίξει γρήγορα τον πυρήνα του, ο Κανελλόπουλος έχει όλη την υπομονή που απαιτείται μέχρι να καταλήξει στην έκρηξη: έκρηξη η οποία θα ξεσπάσει χωρίς κρότους και πυροτεχνήματα, σε μια γραμμή χαμηλών, αδιόρατων κορυφώσεων που ξέρουν πώς να δώσουν στη συγκίνηση την ενδεδειγμένη, αποφλοιωμένη από κάθε περιττό στρώμα θερμοκρασία της.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Οση γνησιότητα μπορεί να έχει η διαδρομή αυτής της συλλογής από λογοτεχνικές μινιατούρες, με άλλη τόση σκληρότητα ορίζεται η επίγευσή της. Εισβάλλει η δίνη του ενιαίου προνεωτερικού κόσμου, φθίνοντος αλλά ζωντανού, εκείνη η τραχιά έλξη του θανάτου, οι σπόροι της γης, η αγάπη του αλόγου, τα γιατροσόφια, τα ερωτικά απωθημένα, οι αιμομιξίες, οι κληρονομιές, το όνειρο της Αυστραλίας, ο θάνατος από δάγκωμα ενός αστρίτη. 

Νίκος Βατόπουλος

Η πιο σημαντική αφηγηματική αρετή του Κανελλόπουλου είναι ο ρυθμός που βρίσκει το σωστό αφηγηματικό βάδισμα· πουθενά η αφήγηση δεν δίνει την εντύπωση πως βιάζεται να προχωρήσει, πουθενά δεν βραδυπορεί. 

Γιάννης Ξούριας

Οι Εκδόσεις Κίχλη για τη συλλογή του Δημήτρη Κανελλόπουλου ''Ο θάνατος του Αστρίτη'' , που βραβεύτηκε με το ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ 2019.


Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2023

Οι "Ξυπόλητοι ήρωες" στη Λέσχη Ανάγνωσης Επιταλίου

 


Η Λέσχη Ανάγνωσης, που δημιουργήθηκε στο Επιτάλιο, από το Δημοτικό Σχολείο Επιταλίου, τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Επί της Αλός» και το Σύλλογο Γονέων του σχολείου, είχε στις 2/12/2023 την πρώτη συνάντηση των μελών της. Το βιβλίο που συζητήσαμε ήταν οι "Ξυπόλητοι ήρωες". Παρούσα η συγγραφέας του βιβλίου Αλεξάνδρα Μητσιάλη.

Η συγγραφέας του βιβλίου Αλεξάνδρα Μητσιάλη, καλεσμένη του  Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους, δήλωσε για το βιβλίο:

«Είναι ένα βιβλίο που αφορά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και πιο συγκεκριμένα τα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη Θεσσαλονίκη. Μιλάει για τα μεγάλα γεγονότα αυτής της περιόδου, για την αντίσταση και για όλους εκείνους τους ανώνυμους ανθρώπους, που ύψωσαν το ανάστημά τους και συνετέλεσαν στο να γείρει η πλάστιγγα προς την σωστή πλευρά. Μιλάει για τους δοσίλογους, για το ξυπόλητο Τάγμα, πού ήταν τα παιδιά κυρίως του Παπάφειου ορφανοτροφείου, τα οποία αυτό οργανώθηκαν και έζησαν τα χρόνια της κατοχής ομαδικά στα Κάστρα και συμμετείχαν και αυτά με τον τρόπο τους σε πολλά από τα γεγονότα της αντίστασης. Μιλάει και για το ξεκλήρισμα της Μεγάλης κοινότητας των Εβραίων της πόλης. Για αυτό το βιβλίο σήμερα θα μιλήσουμε, θα συζητήσουμε στην ουσία με τη λέσχη ανάγνωσης, η οποία είναι πρόσφατη, νεοσυσταθείσα και περιμένω και εγώ με χαρά αυτή τη συζήτηση για το βιβλίο».


 "Ξυπόλητοι ήρωες"

Περίληψη: 

Ο Τάκης, η Σταυρούλα, η Αλέγρα, ο Πέπο, ο Άρης, η Ελένη, ο Έκτορας, η Αγγελική και η Λούνα ζουν στη Θεσσαλονίκη τα σκοτεινά χρόνια της γερµανικής Κατοχής. Μέσα σε µια πόλη που η µπότα των Γερµανών προσπαθεί να ταπεινώσει απ’ άκρη σ’ άκρη, αγωνίζονται να επιβιώσουν και ταυτόχρονα να αντισταθούν στον ναζισµό. Ζουν εµπειρίες που τους καθορίζουν και πολλές φορές δίνουν µάχη για να ξεφύγουν από τον θάνατο που τους κυκλώνει. Και µέσα στα µεγάλα ιστορικά γεγονότα ξετυλίγονται απεγνωσµένοι έρωτες, αδερφικές φιλίες, πράξεις αυταπάρνησης, επιστροφές από χρωστούµενα του παρελθόντος. Και κάποτε είναι τα ζάρια της τύχης που αποφασίζουν για τον θάνατο και τη ζωή. Οι "Ξυπόλυτοι ήρωες" είναι ένα ιστορικό µυθιστόρηµα για την Κατοχή και την Αντίσταση, για το ξυπόλυτο τάγµα και το ξεκλήρισµα των Εβραίων της πόλης. Οι "Ξυπόλυτοι ήρωες" είναι πάνω από όλα η ιστορία των απλών, καθηµερινών ανθρώπων της που απέκτησαν το ανάστηµα όσων γράφουν την ιστορία µε τις ίδιες τους τις πράξεις.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

Τάκης Σινόπουλος


Σε λίγες ημέρες γιορτάζουμε
 την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. 

Ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος
γεννήθηκε σαν σήμερα, 17 Μαρτίου στην Αγουλινίτσα, το σημερινό Επιτάλιο.



από: Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Πύργου




Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Γυναίκες στα βαμπάκια - Βάσος Πουλόπουλος




" Ω οι καλές μου! Οι ξωμάχισσες, οι αγρότισσες χωρίς κλήρο, οι σταχομαζώχτρες του Παπαδιαμάντη και του Μιλλέ, οι σκληραγωγημένες γυναίκες της υπαίθρου που ύμνησε ο Νερούντα, οι γυναίκες του μόχθου που έζησαν χωρίς φροντίδα και αναγνώριση, κι ας κράτησαν σπίτι, ας ανάστησαν οικογένεια.
Ποια να πρωτοθυμηθείς!
Πάντα σε δεύτερο ρόλο, λιγοστές και οι δημόσιες φωτογραφίες τους. Τους χρωστάμε όλα αυτά που τους στερήσαμε. Πού είναι οι γλύπτες και οι λιθοξόοι;

Στη φωτογραφία μας από αριστερά: Κατίνα Λιβανοπούλου, Δημητρούλα Αβράμη (Μπαλάσκα), η πρόσφατα αποθανούσα Δημητρούλα Τσουραμάνη (Κανέλλου), η Γωγούλα Πασοθανάση (Τσουραμάνη), η Γραμματούλα Χρ. Τσουραμάνη και η αρχιεργάτισσα Παναγιώτα Φωτοπούλου, που πάταγε και έτρεμε η γης.
Η Παναγιώτα, ανατρέποντας τα στερεότυπα, λένε ότι στον τρύγο και στο σκάψιμο έπαιρνε αντρικό μεροκάματο! Όχι πάντα. Τις περισσότερες φορές στην δουλειά και στη ζωή έπεφτε θύμα.
Εδώ προς το τέλος της δεκαετίας του '60 στα βαμπάκια του Κόλβερη.




Φωτογραφία της Αλεξάνδρας Φωτοπούλου
Κείμενο του Βάσου Πουλόπουλου από τα "Επιταλιώτικα Νέα", αρ.Φ. 259

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Λαμπρή απρόσμενη - Δημήτρης Χίλιος


Λαμπρή απρόσμενη(*)
(ηθογραφικό διήγημα)

Κι είχαν ανθίσει τα γιασεμιά τα πλεγμένα στο φράχτη που μαζί με τ’ αγιόκλημα και τ’ απριλιάτικο αεράκι, φέρνανε το Θεό δίπλα σου∙ και κάνανε τον κόσμο λιγότερο σκληρό, πιο αγνό, πιο ουράνιο.
Η καρδερίνα του Φαναρά, αχάραγο, πριν ακόμα ο παπα-Αντρέας ανηφορίσει το καλντερίμι του άϊ-Νικόλα για τις Ώρες και την Αποκαθήλωση, τραγούδαγε ασταμάτητα την ομορφιά της φύσης τώρα που τα πάντα ξαναγεννιούνταν και που τα πάθη του Θεανθρώπου καταλαγιάζουν και κείνα τα ανθρώπινα.
«Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ∙ ψευδή πορφύραν περιβάλλεται ο περιβάλων τον ουρανόν εν νεφέλαις∙ ράπισμα καταδέξατο ο νυμφίος της εκκλησίας∙ λόγχη εκεντήθη ο υιός της Παρθένου…»
Ο ήλιος κρυβόταν ακόμα πίσω από το βουνό του Πάπαρη κι ο Αυγερινός τρεμόσβηνε έτοιμος να πέσει κάτω χαμηλά κατά τη Μαιρκήνια.
«Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνιους εξοδίους προσήσωμεν τω κτίστη».
Η Κατίνα του Σαραλέκα άσπριζε τις πεζούλες της αυλής σιγοψέλνοντας «Ω γλυκειά μου έαρ, γλυκύτερό μου τέκνο, πού είδα σου τα κάλλια» κι η Μαγκασού με το καλάθι στον αγκώνα κρεμασμένο, μάζευε λουλούδια στις γειτονιές για να στολίσει η καλόγρια η Νεκταρία τον Επιτάφιο του μοναστηριού της Παναγίας της Αγουλινιτσιώτισσας. Το απόγιομα θ’ ανέβαινε εκεί ο παπα-Αντρέας να κάνει μαζί ακολουθία Αποκαθήλωσης και Επιταφίου. Είχε καθιερωθεί πια, ο παπα-Αντρέας, είτε γιατί το ’θελε ο ίδιος, είτε γιατί δεν μπορούσε να κάμει κι αλλιώς, ν’ ανεβαίνει με το γαϊδούρι κάθε απόγιομα Μεγάλης Παρασκευής μετά το μεσημεριανό του, ψηλά στην κορυφή της Ντάρντιζας, που ήτανε το μοναστήρι. Κι εκεί, μαζί με τις καλόγριες, που ήσαν χρόνια τώρα οι ίδιες η αδελφότητα της μονής, τους ανθρώπους του μόχθου, κάτι κυρίες φιλακόλουθες που ανηφόριζαν τακτικά κι ένα μπουλούκι παιδιά, να ζήσουνε το μέγεθος της θυσίας του Ναζωραίου.
«Έρραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι».
Το λιβάνι άφθονο κι έντονη η μυρωδιά του πεύκου. Οι φωνές αφτιασίδωτες.

*    *    *
Εκείνο το πρωϊνό της Μεγάλης Παρασκευής η Ανθή της χήρας της Νταΐνας, κορίτσι παραγινομένο που σαράντα περίπου Μάϊοι βάραιναν τους κυρτούς της ώμους, χρόνια τώρα περίμενε το πριγκιπόπουλο χωρίς να απελπίζεται κι ας είχε αργήσει τόσο να φανεί, αφού τάϊσε τις κότες και ξεπέταξε βιαστικά κάτι δουλίτσες του σπιτιού, πλύθηκε, ντύθηκε τη φουστόμπλουζα και το μαντώ της απέξω, έβαλε κι από την πούδρα που της έφερε δώρο από την Αθήνα ο μπάρμπας της ο Βενέτης, κίνησε για τον άϊ-Νικόλα. Στα χέρια το καλό της δαντελωτό σεντόνι, το καμάρι της προίκας της, που είκοσι πέντε χρόνια κάθε τέτοια μέρα το πήγαινε στον παπα-Αντρέα να τυλίξει με αυτό το Σώμα του Σταυρωμένου στην Αποκαθήλωση, για να ευλογηθεί έτσι η προίκα της και να ’ρθουνε σύντομα οι χαρές της.
Γιατί δεν είχε καθόλου απογοητευτεί η Ανθούλα!
Και γιατί να απογοητευτεί σε παρακαλώ; Εδώ παντρεύονταν σαρανταπεντάρες, κι αυτή που ’τανε μόλις σαράντα; Α!
Σαράντα δυο ήταν, αλλά τα χαρτιά στη Δημαρχεία για σαράντα την κάνανε, έτσι τη δήλωσαν τότε και καθόλου τούτο δεν τη στεναχωρούσε. Εξάλλου διατηρείται ακμαία. Μόνο να∙ ο λαιμός της τελευταία πάει να κρεμάσει κάτι προγούλια και τα πόδια της παραχοντρύνανε λιγάκι απ’ το φλεβίτη, κατά τ’ άλλα μια χαρά. Είχε και τα προικιά της που θα τα ζήλευε αρχοντοπούλα. Τόσα χρόνια δεν σήκωνε από το κέντημα κεφάλι, άσε η μάνα της. Πρώτη τεχνίτρα του αργαλειού. Μόνο με τ’ ασπρόρουχά της κοίμιζε ολάκερο χωριό. Μήτε και τ’ όνομά της ακούστηκε ποτέ στο παραμικρό. Λύσσαξε κείνη η γλωσοκοπάνα η φθονερή, η Ευτυμία, μα τίποτα δεν κατάφερε. Καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται. Τόσα χρόνια αν κι ορφανή, χωρίς προστασία, στάθηκε βράχος. Καθαρή σαν το αυγό, κορίτσι του σπιτιού και της εκκλησίας!
Ανηφόριζε τα σκαλιά του άϊ-Νικόλα και μπροστά στην αυλόπορτα του Νάκη του Λαμπρούλια  σταμάτησε, λαχανιασμένη, να καμαρώσει τις ντάλιες και τις ορτανσίες αλλά και να ξεκουράσει τα πόδια της, τα παραμορφωμένα από τον φλεβίτη. Μόλις μπήκε στην εκκλησία, ο παπάς είχε ξεκινήσει το τρισάγιο για το διάβασμα υπέρ αναπαύσεως μπροστά στον Σταυρωμένο.
Το κουβούκλιο του Επιταφίου καλοστολισμένο, όλο γαρύφαλλο, τριαντάφυλλο και βιολέτα, πάνω στην εξέδρα του με αψίδες από φοίνικες γύρω, ήταν παραδομένο στον θαυμασμό των  γυναικών από τα στασίδια.
«Βοήθειά τους κεινώνε που τόνε φκιάσανε» μουρμούριζαν μεταξύ τους και δεν χόρταιναν να τον καμαρώνουν, «γεια στα χέρια τους». Να ’χανε άραγε καλύτερο οι αϊ-χαραλαμπίτες; Α, μπα! Κάθε χρόνο τους τρώγανε αυτοί. Το ’χε, παιδί μου, η ενορία τους να είναι νοικοκυρεμένοι και με γούστο.
Έβαλε το κερί της η Ανθή, λαμπάδα ταληρίσια μάλιστα κι ασπάστηκε τον Σταυρωμένο αφήνοντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στη βάση του Σταυρού, κατόπιν έδωσε το χαρτάκι με τους πεθαμένους στη Βανθία του Σουλελέ που κράταγε το καλαθάκι κι έδινε ένα ένα στον παπά να τα διαβάζει υπέρ αναπαύσεως. Κι αφού έριξε το δίφραγκό της στον δίσκο που κράταγε η Φροσύνη η νεοκώρυσα, το έριξε μάλιστα κρυφά, να μην φανεί γιατί έβλεπε όλο τάλιρα και δεκάρικα στο δίσκο, τράβηξε για το στασίδι της μάνας της.
Σαν τέλειωσε το τρισάγιο κι η Φροσύνη έμπασε στο ιερό το δίσκο γιομάτο τάληρα, δεκάρικα και στο βάθος κάτι λίγα πενηντάρια, ο παπα-Αντρέας διάβασε το Ευαγγέλιο της Αποκαθήλωσης «και λαβών ο Ιωσήφ το Σώμα ενετύλιξεν αυτώ σινδόνι καθαρά και έθηκεν αυτώ εν τω καινώ μνημείω». Τότε, μ’ ένα μακρόσυρτο «Δόξα σοι Κύριε, δόξα Σοι» του Γιώργη του Κοκόλα, κατέβηκε από την Ωραία Πύλη με την πένθιμη μωβ στολή του, δώρο του Δεσπότη Δαμασκηνού κι ήρθε θυμιατίζοντας μπροστά στον Σταυρωμένο, τον παραφορτωμένο με στεφάνια και περιτριγυρισμένο από καντήλια, λιβάνι και αρώματα. Για την Αποκαθήλωση.
Έτρεξε τότε κι η Ανθούλα της χήρας της Νταΐνας με το σεντόνι όλο δαντέλα ξεδιπλωμένο, να δούνε την τέχνη της οι ενορίτισσες, να τυλίξει με αυτό τον Σταυρωμένο την ώρα που ο παπα-Αντρέας ως ο Ευσχήμων Ιωσήφ Τον κατέβαζε από τον Σταυρό. Κατόπιν γονάτισε σε μετάνοια με το κεφάλι στην ψάθα, πάνω από τις πλάκες, παρακαλώντας για την τύχη της, μέχρι που ο παπάς με το Σώμα στον ώμο αργά-αργά χάθηκε στο βάθος του ιερού κάτω από τα μάτια των πιστών και τα σταυροκοπήματα.
Η ακολουθία συνεχιζόταν, σε λίγο ο Θεάνθρωπος κατέβαινε «εν τω καινώ αυτού μνημείω». Η πομπή φάνηκε στα σκαλιά της βόρειας πύλης.
Ο Άλκης του Μπλέσσα και ο Σάκης του Ρούση, του επίτροπου, μπροστά με τα εξαπτέρυγα. Ο Νίκος ο Σπυράκης με τον Γιώργη τον Κοκόλα ακολουθούσαν ψέλνοντας «Ότε εν τω τάφω τω καινώ υπέρ του παντός κατετέθης, ο λυτρωτής του παντός…» Ο Δημητράκης του παπά με λευκή μακριά ποδιά και πένθιμες λωρίδες-ωράρια σταυρωτά στους ώμους, καμαρωτός θυμιάτιζε την πομπή. Ο Κωνσταντής ο Τσουκάλας, ο επίτροπος, άνοιγε δρόμο μεριάζοντας καρέκλες και γυναικόπαιδα.
Η απεικόνιση της ταφής με το Σώμα του Χριστού χρυσοκεντημένο σε κόκκινο βελούδο, έβγαινε τώρα στο τέλος της πομπής από τη βόρεια πύλη κι αφού έκανε τρεις γύρους στην εκκλησία, τοποθετήθηκε στο κουβούκλιο του Επιταφίου.
Η Φροσύνη η νεοκώρυσα έδενε ακόμα γύρω φιόγκους τις λευκές κορδέλες κάτω από τις ψαλμωδίες του Γιώργη του Κοκόλα «Σε, τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον» και τις οδηγίες της κυρα-Ευτέρπης του Κόκκινου, όταν οι γυναίκες ξεκίνησαν να προσκυνούν και τα παιδιά να μπουσουλάνε σταυρωτά κάτω από τον Επιτάφιο.
«Ταις μυροφόροις γυναιξί παρά το μνήμα επιστάς ο άγγελος εβόα…»
Ο παπα-Αντρέας υπενθύμισε τότε ότι τα ροδοπέταλα πάνω στο Σώμα του Χριστού δεν ήσαν ακόμα διαβασμένα κι έτσι δεν είχε νόημα να τα παίρνουν για φυλαχτό. Κατσάδιασε μάλιστα τη Βγενιά που γέμισε το πορτοφόλι της, τα ήθελε φάρμακο στα αρθριτικά της. Κι ο Κωνσταντής έβγαλε έξω από το αυτί την Ευταλίτσα του Γανωματή που βρέθηκε με τις χούφτες γιομάτες, έδωκε μάλιστα και κάτι σκαμπίλια στα παιδιά που, κοτζάμ μαντράχαλοι μπουσούλιζαν κάτω από τον Επιτάφιο και ξέστρωσαν τα απλαδόφυλλα της εξέδρας.
Παρ’ όλα αυτά η Ανθή της χήρας της Νταΐνας έκρυψε βαθειά στον κόρφο της δυο ροζ ροδοπέταλα που πήρε κρυφά με το στόμα σαν ασπάστηκε. Τα ήθελε πάντα κοντά της.

*     *      *
- Βοήθειά σου να ’ναι, Ανθούλα, στις χαρές σου ογλήγορα! Να δώκει ο μεγαλοδύναμος να ταχτοποιγηθείς και συ τσουπούλα μου, μ’ ένανε καλό λεβέντη. Καιρός είναι, δεν περάσανε δα και τα χρόνια. Δεν βλέπεις της Καλλιόπη του Κατσάνη, που είναι μεγαλύτερή σου και κοκοτεύεται, που να της έρθει αξαφνιά, η παλιοσταφίδα. Όχι εσύ, κορίτσι πράμα…
Με τέτοια γλυκοχαιρετούρα η Μαργαρίτα του Μπαλωματή ζύγωσε την Ανθή, πιάνοντάς την αγκαζέ στα σκαλιά της εκκλησίας μπροστά στην πόρτα της Ουρανίας του Οικονόμου.
Κατηφορίζανε το καλντερίμι και τα λέγανε. Και τι δεν είχαν να πούνε!
Συνομήλικες, η Μαργαρίτα ήταν πεντ’-έξι χρόνια μικρότερη μα έλεγε πως ήσαν συνομήλικες έτσι, να μην κακοκαρδίζει την Ανθή, και γειτόνισσες τότε που ανύπαντρη έμενε ακόμα στο πατρικό της. Μαζί κεντάγανε, κάθονταν τα βράδια στα πεζούλια περιμένοντας να δούνε το αστέρι να πέφτει μπας και προλάβουν την ευχή και κοκκινίζανε σαν τους μίλαγαν για την παντρειά οι γερόντισσες.
Είπαν για τα λαμπριάτικα κουλούρια που της έγιναν υπέροχα της Ανθής, αλλά και για τον καυγά που είχε με τη Γανωματίνα η μάνα της, μιας κι ήθελε σώνει και καλά, η ρίχτισσα, να αρπάξει την κλωσσοφωλιά που βρέθηκε στον αχυρώνα της Νταΐνας κι έλεγε πως η κότα η γδυμολαίμα που τα κλώσσησε ήτανε δική της και την αναζήταγε καιρό τώρα, από τον Τρυγητή.
Α, όλα κι όλα. Τέτοια καμώματα δεν τα σήκωνε η Νταΐνα. Να την ειπεί κλέφτρα η Γανωματίνα, η πατσαβούρα; Θέ μου και συχώρεσέ με, αλλά ήτανε πράμα ανήκουστο. Να τήνε βάνει ίσα κι όμοια με τα μούτρα της, η παλιοβρόμα; Τόσα χρόνια δεν ανέχτηκε κουβέντες από κανένανε και ήρθε τώρα η παλιοπεινάλα, η γλωσσού, να την ειπεί απλωχέρα;
Δεν άργησε να την αρπάξει από το μαλλί το άπλυτο, να σηκωθεί η γειτονιά στο πόδι και να τρομάξει η Ανθή να τις χωρίσει. Τέτοια ταραχή!
Συγχύστηκε χρονιάρες μέρες. Και κείνος ο φλεβίτης τελευταία παράγινε. Ήθελε, λέει, ανάπαυση μα πού να σταθεί με τόσες δουλειές. Είχε και τη μάνα της από την άλλη να την τρώγεται για την παντρειά.   Θα πήγαινε, της έλεγε, με το δικό της το μαράζι. Αλλά τι να ’κανε κι αυτή; Μήπως πέρναγε απ’ το δικό της χέρι; Τώρα πια δεν έφτανε να θέλει μονάχα η Ανθή. Τελευταία πάψανε και τα προξενιά. Πάνε δυο χρόνια που δρασκέλισε τελευταία φορά την πόρτα τους η Αλισάβω η προξενήτρα.
Αλλά μπορούσε να ξεπέσει τόσο, κορίτσι πράμα; Παραγινωμένο βέβαια, κορίτσι πάντως κι από σόϊ μάλιστα, στους χήρους και τους σακάτηδες, κάτι χαμένα κορμιά, που της προξένευε η Αλισάβω; Α, μπα. Κράτησε τη θέση της σαν νοικοκυροκοπέλα και το μόνο που κατάφερε ήταν να μείνει γεροντοκόριτσο.
Κατηφόριζαν το καλντερίμι κουβεντιάζοντας για τις δουλειές του σπιτιού που ήσαν παραφορτωμένες τούτες τις μέρες. Και της έλεγε η Μαργαρίτα για τους ξένους που της κουβαλήθηκαν και την αναστάτωση που φέρανε στο σπίτι της.
Τον κουνιάδο της το Σωτήρη με τη φαμίλια του, τέσσερα μπαστάρδικα, Θέ μου και συγχώρεσέ με, λες και δεν έφταναν τα δικά της, και τη γυναίκα του, μια φώκια ανοικοκύρευτη που δεν έριχνε νερό να πιεί στο ποτήρι και που προχθές Μεγάλη Τετάρτη ανήμερα ήθελε, η αντίχριστη να της βγάλει, λέει, παστό από τη λαΐνα, να φάει τον περίδρομο.
Πώς δεν έπεσε φωτιά να τους κάψει και που το είπε μοναχά!
Είδε κι έπαθε η Μαργαρίτα να συγκρατήσει την πεθερά της τη Μπαλωματού που θέλησε να της βγάλει τα μαλλιά λοΐδα-λοΐδα. να την πετάξει όξω από το σπίτι, τη Γεζουΐτισσα. Τάχα λέγαν πως ζούνε και στην Αθήνα, τα ζωντανά. Να∙ στην εκκλησία δεν πάτησε σήμερα, ακόμα κοιμάται. Παρά ίσα να βγάνει τα φρύδια με ένα τσιμπίδι ήξερε και να μπογιατίζει τα χείλια της που ήσαν σαν της γαϊδούρας, Θέ μου και συγχώρεσέ με!
Πού το βρήκε ο Σωτήρης τέτοιο πρόστυχο θηλυκό, δεν μπόρεσε η Μαργαρίτα να καταλάβει. Κι ύστερα σου λένε Αθήνα. Πφ!
Α, ξέχασε. Είχανε κι έναν λεγάμενο κοντά τους καλέ, Προϊστάμενος του Σωτήρη, σοβαρός και πολύ καθώς πρέπει. Κύριος με τα όλα του και «με θέση στο πουρυγείο περικαλώ», το ξεκαθάριζε στις συστάσεις ο Σωτήρης.
Μόνο που ήτανε ζωντοχήρος ο καψερός, γιατί δεν επέτρεπε στη γυναίκα του, μια τσούγδω από κείνες τις τσιγαρούδες τις ξεδιάντροπες, να ξενοκοιτάει και να… «Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου. Μα η λεγάμενη το είχε στο αίμα της, ώσπου αναγκάστηκε ο άνθρωπος να την ξαποστείλει, την ξετσίπωτη. Ευτυχώς χωρίς παιδιά. Τι να ειπείς… Σόδομα και Γόμορα, έλεγε η Μαργαρίτα κι όλο κοντοστεκότανε για να κρατήσει λιγάκι ακόμα η κουβέντα πριν αποχωριστούν. Γι αυτό θα ρίξει φωτιά να μας κάψει, κούναγε το κεφάλι κι έκανε τς τς τς.
Ήξερε η Ανθή αν την αγάπαγε η Μαργαρίτα κι αν ήθελε το καλύτερο, μα με όλο το θάρρος της έλεγε τώρα πως δεν θα ήταν άσχημο να την σκεφτεί την περίπτωση, μιας κι ο άνθρωπος εξ επί τούτου ήρθε στο χωριό κι ας λέγανε τάχα για το κοκορέτσι και τη μαγειρίτσα της πεθεράς της. Να βρει ένα καλό και ηθικό κορίτσι, προπάντων ηθικό. Αμέσως στο μυαλό της την Ανθούλα έβαλε, ότι αυτή του ταίριαγε κι ότι αυτηνής της άξιζε τέτοια τύχη χρυσή. Μ’ όλο το θάρρος δηλαδή. Ηλικία, ομορφάδες και προίκα δεν τόνε νοιάζανε. Είχε κείνος. Έτσι κι έδενε το προξενιό, χρυσή θα την έντυνε. Φτάνει να το κουβέντιαζε με τη μάνα της και να της λέγανε το βράδυ στον Επιτάφιο. Μόνο που να… δεν ήτανε κανένας κούκλος, μήτε και παιδαρέλι. Αλλά τι την έμελλε τούτο, άμα υπάρχει η καλή καρδιά, η ηθικότη και το χρήμα! Προπάντων η ηθικότη, γιατί ο άνθρωπος από μακριά φαινότανε μάλαμα.
Θα το σκεφτότανε το πράμα η Ανθή, θα το κουβέντιαζε με τη μάνα της, θα παίρνανε και τη γνώμη των μπαρμπάδων της μιας και δεν είχε πατέρα.
*    *    *
Το βράδυ, εκεί που έσμιγαν οι Επιτάφιοι των δυο ενοριών στην πλατεία και αλληλοασπάζονταν σταυρωτά οι παπάδες, πηγαίνοντας η πομπή προς τον άγνωστο στρατιώτη στο σιδηροδρομικό σταθμό και ο κόσμος ακολουθούσε συγκρίνοντας τους Επιτάφιους όπως προχώραγαν αργά πάνω στους ώμους των παλληκαριών, ενώ τα παιδιά μπροστά με λαμπάδες ψέλνανε το «Η Ζωή εν τάφω» κι οι νοικοκυρές με διάπλατα πορτοπαράθυρα θυμιατίζανε τον «εν νεκροίς λογισθέντα», η Ανθή με τη μάνα της τη Νταΐνα ψάχνανε μέσα στο ανθρωπομάνι να βρούνε τη Μαργαρίτα του Μπαλωματή.
Χαμηλά στον σταθμό, την ώρα που αποχωρίζονταν οι Επιτάφιοι με τη δέηση «υπέρ πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων» να επιστρέψουν στις ενορίες για την απόλυση, πήρε το μάτι της Νταΐνας τη Μαργαρίτα. Μια κλωσσοφωλιά παιδιά γύρω, δικά της και του κουνιάδου της, την τραβολογούσαν από χέρια, πόδια και φουστάνι. Και παραπίσω η πεθερά της η Μπαλωματού να τραβολογάει αγκαζέ τη νύφη της τη τζαναμπέτισσα.
Σμίξανε χαμηλά στον καρταλέϊκο δρόμο, μπροστά στο εικονοστάσι του αϊ-Πεντελέημονα, εκεί που η Γαληνιά του Ευγένη είχε στρωμένο κιλίμι να σταματήσει η πομπή για δέηση.
Κι εκεί, ανάμεσα στα βαρελότα και τους αυτοσχέδιους δυναμίτες, το μοσχολίβανο και τη βραχνιασμένη πια φωνή του παπα-Αντρέα, που είχε πιάσει ψηλά το «Άξιον εστί» και δεινοπάθησε να το βγάλει πέρα, απαντήθηκε η Νταΐνα κι η θυγατέρα της με την Μαργαρίτα του Μπαλωματή, την πεθερά της, τη συννυφάδα της κι ένα μελίσσι παιδιά γύρω.
Αφού χαιρετήθηκαν κι ευχήθηκαν η ώρα η καλή και καλά στερεώματα, γιατί μάνα και κόρη είπανε μ’ ένα στόμα πως είχαν αποφασίσει να δεχτούν κι ας μην είδαν ακόμα το γαμπρό, η Νταΐνα σταυροκοπιόταν κρυφά σουφρώνοντας το στόμα και λοξοκοίταζε τη νύφη της Μπαλωματούς.
- Που να της έρθει αξαφνιά, μουρμούριζε. Τι μπογιάτισμα είναι τούτο που ’χει καμωμένο, η νεραϊδοπαρμένη…
Τέλος χωρίς κουβέντες πολλές καταλήξανε πως και φέτος ο δικός τους Επιτάφιος ήταν καλύτερος και πήραν ν’ ακολουθήσουν την πομπή που ανέβαινε για την απόλυση. Καθώς ανηφόριζαν ψέλνοντας «Αι γενεαί πάσαι», φτάνοντας στη στροφή του Θεουλάκη μπροστά στης Κουτσολεϊμονιάς, ο πρωτότοκος της Μαργαρίτας, ο Βασίλης, ήρθε κλαμένος κι αναψοκοκκινισμένος να κρυφτεί κάτω από τη φούστα της μάνας του. Τον μάλωσε ο επίτροπος και του τράβηξε δυνατά το αυτί γιατί έτρεχε βάζοντας τρικλοποδιές στα κορίτσια που ψέλνανε τα Ευλογητάρια κι έδωσε μια με τη λαμπάδα στο κεφάλι του Δημητράκη του παπά που πήγαινε καμαρωτός θυμιατίζοντας ντυμένος στα λευκά κι έβαλε τα κλάματα.
Α, μα το ’χανε παρακάμει και οι πιτρόποι! Παιδιά είναι, μούρλιες θα κάμουνε. Απόψε κιόλας θα του έκανε την παρατήρηση η Μαργαρίτα. Θα το έλεγε μάλιστα και του παπά, να ξέρει ποιους διορίζει στην εκκλησία.

Είχανε φτάσει στα σκαλιά του αϊ-Νικόλα και πέρναγαν μέσα σκυφτοί κάτω από τον Επιτάφιο που καμάρωνε στους ώμους των παλικαριών. Στην πόρτα περίμενε η Φροσύνη η νεοκώρυσα που είχε βγάλει εν τω μεταξύ από τους θρόνους των εικόνων, τις πόρτες και τους πολυελαίους τις πένθιμες κορδέλες, είχε ξεστρώσει τα υφαντά προετοιμάζοντας την εκκλησία για την Ανάσταση, μην της τα κάνουν χάλια με τα λαμπροκέρια.
Μετά τις προφητείες ο παπα-Αντρέας διάβασε, κατάκοπος, το Ευαγγέλιο και στο «…σφραγίσαντες το τάφον, σφαλίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας» τερέτισε καθώς συνήθιζε την κατάληξη κι ύστερα με την απόλυση ευχήθηκε «καλή αυριανή και καλή Ανάσταση», ενώ οι γυναίκες μαλώνανε με τον Αντρέα της Φροσύνης γιατί δεν άφηνε να μαδάνε τα λουλούδια του Επιτάφιου μπας και του χαλάσουν τα λαμπάκια.
- Πού ακούστηκε και τούτο πάλε να μην πάρουμε λελούδι για το ’κόνισμα… Κουρούνα ’γω! Και πώς θα διώχνουμε τ’ αερικά απ’ το σπίτι, αναρωτιόταν η Ξανθή η Τσοκαλιάραινα.
Τα παιδιά μπουσούλιζαν ακόμα κάτω από τον Επιτάφιο, ενώ ο Νίκος ο Σπυράκης από το δεξί ανάλογιο κατέληγε βροντωδώς με το «Ο συνέχων τα πέρατα».
*     *     *
-  Τι να σου ειπώ, κουμπάρα μου, τι να σου ειπώ! Διπλή Λαμπρή για μας η φετινή! Κι η Ανθούλα μου άλλος άθρωπος από τα ψες. Κι ελόγου μου δηλαδή δεν πααίνω πίσω… Ξανάνοιωσα, μήτε πόνοι στους κόμπους, τίποτα. Τόσα χρόνια μοναχές μας σαν τους κούκους, φέτος θα κάμουμε Λαμπρή σαν αθρώποι! Τα ’χω χαμένα η δόλια, δεν ηξέρω τι να ειπώ, τέτοια χαρά! Κι αρχοντάθρωπος, χρυσή καρδιά! Το απόγιομα θα ’ρθουνε να τα τελειώσουμε και ’πίσημα, να δώκουμε λόγο. Δεν ηξέρω τι να πρωτοτοιμάσω, η Ανθή μου μέσα φκιάνει τα μπικουτιά της μετά από χρόνια. Άστα, άστα, ποιος το περίμενε. Διπλή Λαμπρή!
Τούτα έλεγε και ξανάλεγε η χήρα η Νταΐνα μπαινοβγαίνοντας από την κουζίνα στην ξύλινη ταράτσα με την μπουγαρινιά και την αρμπαρόριζα. Τα έλεγε στις γειτόνισσες που την γλυκοχαιρέταγαν για τα καλορίζικα, ξαφνιασμένες. Πρωΐ του Μεγάλου Σαββάτου κι εκείνη τίναζε απλαδόφυλλα, ξεσκόνιζε κι έψηνε γλυκό χωρίς την τσεμπέρα που τη βάραινε τόσα χρόνια και με καλοχτενισμένο κότσο τα κάτασπρα μαλλιά, όλα με μια ενεργητικότητα θαυμαστή. Χήρα, μαραζωμένη τριάντα χρόνια, σήμερα οι ανησυχίες για το αδύνατό της έπαιρναν το καλύτερο τέλος. Εδώ της ήρθε να πιάσει ένα τραγούδι, αλλά κρατήθηκε, ώρες ήταν να την περιγελάσουν, οι λάμιες οι φτονερές.
Χθες αργά το βράδυ, καθώς γύριζαν σπίτι μετά την απόλυση, τους τον γνώρισε ο Σωτήρης, ο κουνιάδος της Μαργαρίτας. Απέξω από το μαγαζί του Γερολύγκου.
Λεβεντάνθρωπος! Και πώς κοκκίνισε η Ανθή της μόλις άπλωσε το χέρι! Αυτό θα ειπεί κορίτσι κι όχι τα σημερινά που…, μα τέτοια μέρα δεν θα άνοιγε το στόμα της. Αλλά και ποιος τη μεγάλωνε, λαμπάδα αναμμένη στάθηκε η μάνα της. Κι αφράτη-αφράτη παρά τα χρονάκια της, σαν τη φαρφουρένια κούπα την είχε φυλαγμένη τόσα χρόνια. Ε, τώρα Θεέ μου δεν ήθελε τίποτα άλλο η Νταΐνα. Ας πέθαινε.


Κι όταν χτύπησε η καμπάνα στην πρωϊνή λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου την ώρα της πρώτης Ανάστασης, πετάχτηκε η χήρα η Νταΐνα με φούρια στην ταράτσα με τη μπουγαρινιά και την αρμπαρόριζα πού ήσαν τούτον τον καιρό ολάνθιστες. Άρπαξε την στάμνα που καμάρωνε πάνω στο τελάρο βουλωμένη με κουκουνάρι, μια απότομη της έδωκε χωρίς δισταγμό και την πέταξε να γίνει χίλια κομμάτια, αναφωνώντας τώρα όχι όπως άλλοτε «Στην πομπή των Ιουδαίων», παρά «Στη γλωσσοφαγιά του κόσμου»!




(*) Το διήγημα «Λαμπρή απρόσμενη»
γράφτηκε το 1981
και συμπεριελήφθη στη συλλογή διηγημάτων «Το Συγκέσιο»
που κυκλοφόρησε το 1995 από τις εκδόσεις «ΦΥΛΛΑ»).
από:
https://www.facebook.com/groups/93532223393/10151578701933394/?pnref=story


Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Τάκης Σινόπουλος



ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 29 Μαρτίου του 1917,

γεννήθηκε ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος
στην Αγουλινίτσα, το σημερινό Επιτάλιο,
κωμόπολη του Ν. Ηλείας


«Σε αυτό το μεταίχμιο συνάντησα τον Ελπήνορα, την Ελένη, τον Ιάκωβο, τον Μπίλια, τον Φίλιππο, την Ιωάννα»

"Σπούδασα Ιατρική και με κούρασε.
Για αρκετό καιρό μου έδωσε μια αίσθηση του πραγματικού
ολότελα διαφορετική από ό,τι μέχρι τότες ένιωθα.
Αργότερα κατάλαβα πως ήταν ψεύτικη.
Κι αγάπησα την ποίηση.
Ποιητές "δύσκολοι" με βασάνισαν κατά καιρούς,
ο καθένας με τη δύναμή του."

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Ο Καιόμενος - Τάκης Σινόπουλος





Στις 29 Μαρτίου του 1917, γεννήθηκε στην Αγουλινίτσα (σημερινό Επιτάλιο του Νομού Ηλείας), ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος.



Ο Καιόμενος

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.


Τάκης Σινόπουλος, 
 Μεταίχμιο Β΄


Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

"Υψηλόν βαρομετρικόν" -Δημήτρης Χίλιος


ΚΑΥΣΩΝΑ ΕΙΧΑΜΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ Κυριακή του Ιουλίου 1973, μα τότε ο όρος δεν ήταν ακόμα γνωστός και λέγαμε μεγάλη ζέστη. Λίγες οι τηλεοράσεις, το λεξιλόγιο όσων φρόντιζαν την ενημέρωση περιοριζόταν σε κουβέντες πολύ συγκεκριμένες.
Η εθνική κυβέρνησις..., Σκοπός της επαναστάσεως..., Σύσσωμον το έθνος θα οδεύσει..., Οι διασαλευταί της εννόμου τάξεως θα παταχθούν,
τέτοια.

Όταν η ωτομοτρίς, σφυρίζοντας, έφτανε στην κωμόπολη, κόντευε μία το μεσημέρι. Κλειστά τα καφενεδάκια του Σταθμού και στον παχύ ίσκιο που έριχναν οι μουριές δίπλα στις ράγες, πέντ’ έξι κότες της γειτονιάς, ξεπνοϊσμένες, με τα φτερά κατεβασμένα. Κι ένα κανελλί σκυλί λαχάνιαζε, με τη γλώσσα δυο σπιθαμές βγαλμένη.

Από τα σκαλοπάτια του μοναδικού βαγονιού κατέβαιναν όπως-όπως καμμιά σαρανταριά άτομα, γυναικόπαιδα κυρίως, μισόγυμνα μα απαραιτήτως καπελωμένα, φορτωμένα με τα χρωματιστά σωσίβια, εκείνα με το κεφάλι αλόγου σε κορμί κουλούρας. Παιδαρέλια που δεν πάψανε στιγμή τις φωνές και τα χασκόγελα, αναψοκοκκινισμένα στη λάβρα του ήλιου και την αλμύρα της θάλασσας και, πίσω-πίσω, μια δεκαριά γριές από τα ιαματικά λουτρά, χωρίς μπανιερά και σωσίβια αυτές, παρά με χοντρές μάλλινες ζακέττες, στο κεφάλι σκούρα μαντήλια, οι χήρες απαραίτητα μαύρα.



Το τραινάκι, ένα βαγόνι με μηχανή όλο κι όλο στη γραμμή Κυπαρισσία - Πύργος - Πάτρα, το πρωΐ έτρεχε με βογγητά και σφυρίγματα στην αντίθετη διαδρομή, επέστρεφε τώρα απ΄ τον Καϊάφα και ξέβραζε στους Σταθμούς τους επιβάτες που, καταγανακτισμένοι από το στριμωξίδι, βάζανε μια φωνή στους ΣΠΑΠικούς. Χάθηκε ακόμα ένα βαγόνι, να ξεπερετηθεί ο κόσμος;
Ο σταθμάρχης, ξεσκούφωτος, πετάχτηκε να δώσει απ’ το παράθυρο στον μηχανοδηγό ένα κίτρινο χαρτί με σφραγίδες. Σφύριξε ξεψυχισμένα, κατέβασε το σημαιάκι, η ωτομοτρίς ξεκίνησε αμέσως μιας και δεν θα διασταυρωνόταν εδώ με το αθηναϊκό –τούουουουτ-τούουουτ, μας αποχαιρέτισε– και γύρισε με γκριμάτσα απόγνωσης στη σκιά του πέτρινου κτίσματος.
Η σφυρίχτρα κρεμόταν σε μικρή αλυσίδα απ’ το τσεπάκι. Ο ιδρώτας λέκιαζε στις μασχάλες το γαλάζιο πουκάμισο.
Στο μικρό γραφείο με τον χάρτη της διαδρομής των σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, τα εισιτήρια παρατεταγμένα σε μικρά ραφάκια στον τοίχο, κατά δρομολόγιο και χιλιομετρική απόσταση• στο τραπέζι μολύβια, σφραγίδες, κι ο τηλέγραφος να παίζει ασταμάτητα γράφοντας παύλες και τελείες στη λευκή κορδέλα.
Από την άλλη μεριά του κτηρίου, εκεί που ξεκίναγε η δενδροστοιχία με τις μουριές, ένα γραφειάκι μικρότερο για τον κλειδούχο, αποθήκη πες. Έξω από την πόρτα η πλάστιγγα για τις ασυνόδευτες αποσκευές, μέσα δέματα και κασόνια περίμεναν τον παραλήπτη.
Στο υπόλοιπο οίκημα έμενε η οικογένεια του σταθμάρχη. Γυναίκα, δυο παιδιά, πεθερά και μια ανύπαντρη κουνιάδα, μεγαλοκοπέλα.
Πεθερά και κουνιάδα κουβαλήθηκαν εδώ για το καλοκαίρι, με τον μπόγο τους, κένταγαν τσεβρέδες με μανία στον ίσκιο της κληματαριάς, έριχναν τον πικρό τους λόγο για το κάθε τι, συμβούλευαν μικρούς μεγάλους ασταμάτητα• κι ο σταθμάρχης, σκασμένος, μέτραγε τις μέρες ως τον Δεκαπενταύγουστο, να ξεκουμπιστούν στο χωριό τους.
Τα τζιτζίκια σήκωναν τον κόσμο στο πόδι απ’ το τραγούδι, άλλο ζωντανό δεν έβρισκε δύναμη μήτε ν’ αναδευτεί τούτη την ώρα. Ένας πηχτός ιδρώτας νόμιζες θα έπνιγε το κάθε τι, και οι κολυμβητές παίρναμε τις ανηφόρες σέρνοντας πέδιλα και σαγιονάρες με κεφάλια κατεβασμένα, κατάκοποι στο λιοπύρι.
Πολλοί θα παίρναν μαζί με τον δρόμο της επιστροφής και το φαΐ από τον φούρνο• την Κυριακή το συνήθιζαν.
Κρέας ή κοτόπουλο, το στέλνανε να ψηθεί έξω με πατάτες ή ζυμαρικό στη σακκούλα, χυλοπίττες, κριθαράκι, που θα το έριχνε ο φούρναρης στο ταψί με την κοφτή παραγινωμένη ντομάτα μαζί με δυο μπρίκια βρασμένο νερό, σαν μισοψηνόταν το κρέας.


Επιστρέφαμε οι θαλασσινοί, κολύμπι δεν ήξερα, μάλλον φοβόμουν τη θάλασσα, αλλά μου άρεσε τούτο το καλοκαιρινό πέρα-δώθε, να φεύγω μακριά απ’ το σπίτι. Στην αρχή, την πρώτη χρονιά, η μάνα μου με χρέωνε σε διάφορες γνωστές της, γειτόνισσες, για να έχουν το νου τους. Μετά σιγά-σιγά, δεύτερη χρονιά που πήγαινα μονάχος στη θάλασσα, φέτος δηλαδή, ξέκοψα, ούτε πού τις πλησίαζα.
Και όχι μονάχα αυτό, παρά απομακρυνόμουν όσο γινόταν από κοντά τους γιατί, ξέχωρα από τ’ ότι ήσαν όλες χοντρές, κακάριζαν σαν τις κότες με κάτι αστεία αηδίες, κολάτσιζαν τον περίδρομο στον ίσκιο των πεύκων και ντρεπόμουν να είμαι μαζί τους.





Τότε έμπαινα, συχνά αυθαίρετα, σε παρέες μεγαλύτερων, αγοριών και κοριτσιών, που ρούφαγα αμίλητος τις κουβέντες τους. Πολλές φορές με δούλευαν κιόλας, γέλαγαν σε βάρος μου. Τότε έκανα πως θύμωνα, μα κατά βάθος μου άρεσε που, μεγάλοι αυτοί, ασχολούνταν μαζί μου.
Αν ήξερα κάτι απ’ όσα λέγανε πεταγόμουν γρήγορα να προφτάσω να το πω, να δείξω πως ξέρω περισσότερα απ’ όσα άλλοι στην ηλικία μου, άρα έπρεπε να με κάνουν παρέα. Και όσο γέλαγαν ή δεν μου έδιναν σημασία –το χειρότερο!-, τόσο πείσμωνα.....

Απόσπασμα από το διήγημα "Υψηλόν βαρομετρικόν" (1997)


Ο Δημήτρης Χίλιος γεννήθηκε στο Επιτάλιο της Ηλείας το 1960.
Σπούδασε δημοσιογραφία και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά. 
Κατ’ αρχήν διέπραξε έρευνες, χρονογραφήματα, επετειακά και ιστορικά αφιερώματα, προπονούμενος για σοβαρός συγγραφέας. 
Στη συνέχεια το γλύκανε με σχόλια επί παντός του επιστητού, κείμενα για το θέατρο, την τηλεόραση.
Μόλις ο κύκλος των δημοσιευμάτων έκλεισε,
 βάλθηκε να γράφει και να σκίζει κατ΄οίκον και προς ιδίαν τέρψιν.
Εργάζεται στην Εθνική Πινακοθήκη.
Καταγινόμενος με το διήγημα συμμετείχε σε ομαδικές εκδόσεις, 
ενώ το 1995 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του
 Το Συγκέσιο, επτά ηθογραφικά διηγήματα.

Το 2001 από τις εκδόσεις Πατάκη 
κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα 
Με το σφύριγμα του τραίνου, 
μια καταγραφή της καθημερινότητας στην ελληνική επαρχία 
στα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Τα Χάρτινα φιλιά είναι η δεύτερή του απόπειρα.






Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

"Κόκκινη Κλωστή Δεμένη" - Δημήτρης Χίλιος


Κόκκινη Κλωστή Δεμένη
Απόσπασμα διηγήματος, μέρους 
της ανέκδοτης συλλογής του Δημήτρη Χίλιου 
«Και τα ρέστα, παγωτά».

Φίλιππος όμιλος (http://www.epitaliotes.gr/photos.php)
Τις μέρες που διαρκούσε ο ιππόδρομος, 
οργανωμένος από τον «Φίλιππο όμιλο», 
μεγάλο γεγονός για την περιοχή, 
εκεί στην αρχή του καλοκαιριού πριν σφίξουν οι ζέστες, 
καθώς επίσης και στο πανηγύρι, κατά τα τέλη αυτό, 
σαν ήταν η σταφίδα ακόμη απλωμένη στ' αλώνια, 
τότε έρχονταν μπουζούκια κι αραδιάζονταν 
πάγκοι με γουρουνοπούλα στην αγορά. 
Λόγος για να καταναλωθούν μπύρες άφθονες. έτσι, 
για να συμπληρωθούν και με νυχτερινή διασκέδαση οι εκδηλώσεις.
Ένα πατάρι στημένο πάνω σε τελάρα, 
κλεισμένο πίσω και σκεπασμένο με σταφιδόπανο που σχημάτιζε πάνω έναν ουρανό λίγο σακκουλιασμένον είναι η αλήθεια, 
μα απαραίτητο για να μην επηρεάζει η υγρασία 
την απόδοση των καλλιτεχνών. 

Γύρω-γύρω κρεμασμένες από τη μια φούρκα στην άλλη λάμπες, 
για να κάνει πιο γιορταστικό, που έριχναν ένα ξέψυχο φως, κιτρινιάρικο.
Πάνω στο πατάρι κάτι κλαριτζήδες πολύ μελαχροινοί, κατράμι μοναχό, όργανα μουσικά, μπουζούκια, κιθάρες, ακορντεόν και τουμπερλέκια, μικρόφωνα και καλώδια. Καταμεσής του παταριού δυο-τρεις τραγουδίστριες, χορεύτριες τις λέγαμε, με κάτι κοντά φουστάνια μέχρι τον καβάλο της κυλόττας, το ντέφι στο χέρι απαραίτητο, όλο νάζια και σκέρτσα χορευτικά.

Σουξέ της εποχής
Πετραδάκι-πετραδάκι για τα σένα το 'χτισα,
’νοιξε πέτρα για να μπω, αντί για λύπη πρέπει, πρέπει στα μαύρα να ντυθώ,
Μάγισσες φέρτε βότανα τον πόνο μου να γειάνω,
 Μήπως είσαι ερωτευμένος κι οι ματιές σου είναι θολές, παντρεμένος, χωρισμένος, ντρέπεσαι και δεν το λες; Γιατί δεν μας το λες; 
Καφενείο του Γερολύγκου, στη γωνία κάτω από τη μουριά.
Στο πάλκο διακρίνονται: ο Νίκος Μπρης στο μπουζούκι, δίπλα του η Ντιάνα που τραγούδαγε υπέροχα επιτυχίες της Μαρινέλλας, (τέτοια επανεκτέλεση του «Άνοιξε πέτρα δεν ξαναακούστηκε)

Κι ύστερα έβγαινε η Ντιάνα,
 σοβαρή αυτή, με βραδινά φορέματα
κι έλεγε τα σουξέ της Μαρινέλλας
εντυπωσιακά πολύ είναι η αλήθεια.
Ακολουθούσε ένα διάλειμμα παραγγελιών με χορούς και ώπα, δώστου οι τραγιάσκες να πηδούν μέχρι τα κλαριά της μουριάς του Γερολύγκου.
Κατόπιν οι αποδέλοιπες ντιζέζ,
οι πιο ταμπεραμεντόζες, αρπάζανε τα μικρόφωνα 
και το ρίχνανε στα επίκαιρα.
Πίσω από τις καλαμιές σ' είδα στον ύπνο μου εχθές...
 Καθότι από καλαμιές στην περιοχή τότε άλλο τίποτα.
Στεκόμαστε γύρω μέχρι περασμένα μεσάνυχτα με το μάτι γαρίδα. 
Κι ώσπου να μας τραβήξουν από τ' αυτί για το κρεββάτι, 
το μάτι από τα τριζάτα μπούτια δεν ξεκόλλαγε.
Το άλλο απόγευμα στήναμε δικό μας 
μουσικοχορευτικό συγκρότημα στην αυλή. 

Τα μπουζούκια.
Καφάσια και σανίδια για πατάρι, ένα καλάμι μπηγμένο στην τρύπα τούβλου με το τρυπητό από το ποτιστήρι να παριστάνει το μικρόφωνο δεμένο με σπάγκο, το καλώδιο απαραίτητο εξάρτημα. Αυτοσχέδιες κιθάρες, μπουζούκια και ταμπούρλα, εκτός απ' το τραγούδι παίζαμε με το στόμα και τους ήχους των οργάνων.
Ταν τιριριρι, ταν τιριριρι, ταν τιριριριρι,
 η συνήθης πεννιά για την έναρξη.
 Και ύστερα Κυρα-Γιώργαινα -τι ρι τιν- ο Γιώργος σου που πααάεει; -τι ρι τιν- Για πού το 'βαλε και πού το ξενυχτάει; έβαλε το σκούρο του, άναψε το πούρο του...

Και φυσικά από την παράσταση δεν έλειπαν οι χορεύτριες. Κάτι μελαχροινά κορίτσια μεγαλύτερα, αγαπημένο τους παιχνίδι ήταν οι γιατροί, αυτές επιστρατεύαμε για ντιζέζ.
Λέγανε κάτι τραγούδια της Βούλας Πάλλα και της Μαριάννας Χατζοπούλου,
Νυφούλα σε στολίζουνε οι φίλες σου και χαίρονται,
 Ζαφείρα-Ζαφείρα, σ' αγάπησα σε πήρα,
ύστερα άλλα πιο αβανταδόρικα για χορό, όπως
Έχεις άντρα μάλαμα που δεν έχει αντάλλαγμα, τέτοια.
 όταν τελειώναμε εμείς τα δικά μας, γιατί μέχρι τότε χόρευαν ασταμάτητα.
Για να είναι μάλιστα στο ρόλο τους πειστικές, γδύνονταν πίσω από την καπονέρα και φόραγαν από μια σακκούλα πλαστική ψαλιδισμένη στο κάτω μέρος, ίδια με φόρεμα πολύ κοντό, άρπαζαν ένα παλιό καπάκι κατσαρόλας για ντέφι που το χτύπαγαν ρυθμικά στο πανηγυριώτικο δαχτυλίδι με τη μπλε χάντρα και ξεχύνονταν στην πίστα. η καλύτερή τους.
Με τούτα και με κείνα πώς και πώς περιμέναμε το πανηγύρι, τόσον κόσμο μαζεμένο, ξένους μάλιστα που καταφτάνανε με κάθε μέσο για να προσκυνήσουν τη χάρη Της, μόνο μια φορά το χρόνο βλέπαμε. Μας φαινόταν η σύναξη της ανθρωπότητας ολάκερης.
Στο πανηγύρι αγοράζαμε από τους αραδιασμένους στην ανηφόρα για το μοναστήρι πάγκους κανένα παιχνίδι ύστερα από κλάματα και παρακαλετό ατέλειωτο, το ξεκάναμε την άλλη μέρα, τόσο κράταγαν αυτά. Πανηγυριώτικα, σκάρτο πράμα, αποφαίνονταν για να μας ξεφορτωθούν, περισσότερο για να μην ξαναζητήσουμε. και ησυχάζαμε.

Δημήτρης Χίλιος

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Μεγάλη Εβδομάδα


Στιχούργημα για Μεγαλοβδόμαδο

Μεγάλη Δευτέρα, ο Χριστός με τη μαχαίρα.

Μεγάλη Τρίτη, ο Χριστός εκρύφθη
Μεγάλη Τετάρτη, ο Χριστός επιάσθη
Μεγάλη Πέμπτη, ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκευή, ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο, ο Χριστός στον τάφο
 Κυριακή,  Χριστός  Ανέστη... 


Μεγάλη Εβδομάδα

Η Κυριακή των Βαΐων
Η Κυριακή των Βαΐων είναι η τελευταία μέρα της Σαρακοστής και η πρώτη της Μεγάλης Εβδομάδας. Εορτάζουμε την είσοδο του Χριστού πάνω σε ένα γαϊδουράκι στην Ιερουσαλήμ και την υποδοχή του από τους κατοίκους της με κλαδιά από φοινικιές, τα βάγια. Την Κυριακή των Βαΐων μετά την λειτουργία μοιράζονται βάγια και μικροί σταυροί φτιαγμένοι από φύλλα φοινικιάς.

Μεγάλη Δευτέρα

Σύμφωνα με το χριστιανικό εορτολόγιο καθιερώθηκε να ονομάζεται Μεγάλη Δευτέρα η επόμενη ημέρα του εορτασμού της Κυριακής των Βαΐων όπου και ξεκινά η εβδομάδα των Παθών του Ιησού Χριστού.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με το τηρούμενο Μηναίο ή Μηνολόγιο, η Μεγάλη Δευτέρα είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Ιωσήφ, του επονομαζόμενου «Παγκάλου» του γιου του Ιακώβ, που αναφέρεται στη Παλαιά Διαθήκη και στην άκαρπη συκιά, που την καταράστηκε ο Χριστός και ξεράθηκε μ’ ένα του λόγο.

Κατά την λειτουργική τελετουργία, τη Μεγάλη Δευτέρα το εσπέρας τελείται η Ακολουθία του Νυμφίου.

Μεγάλη Τρίτη
Σύμφωνα με το χριστιανικό εορτολόγιο καθιερώθηκε να ονομάζεται Μεγάλη Τρίτη η ημέρα Τρίτη της Μεγάλης Εβδομάδας ή Εβδομάδας των Παθών του Ιησού Χριστού.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με το τηρούμενο Μηναίο ή Μηνολόγιο, η Μεγάλη Τρίτη είναι αφιερωμένη αφενός στη μνεία του ιερού ευαγγελίου που αναφέρεται στη δριμύτατη καταγγελία του Ιησού κατά των θρησκευτικών αρχηγών του Ισραήλ, των Γραμματέων και των Φαρισαίων, και αφετέρου στη παραβολή των δέκα παρθένων.
Το βράδυ ψάλλεται ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης όπου είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα που μετανιωμένη άλειψε τα πόδια του Κυρίου με μύρο, και συγχωρήθηκε για τα αμαρτήματά της, γιατί έδειξε μεγάλη αγάπη και πίστη στον Κύριο, ενώ ψάλλεται ένα από τα πιο γνωστά και δημοφιλή τροπάρια της θρησκευτικής υμνολογίας, το τροπάριο της Κασσιανής.

Μεγάλη Τετάρτη

Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στη μνήμη της αμαρτωλής γυναίκας, που μετανόησε, πίστεψε στο Χριστό και άλειψε τα πόδια του με μύρο.
Το πρωί τελείται o εσπερινός της Μεγάλης Τετάρτης και Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. Το απόγευμα γίνεται η Ακολουθία του Ευχελαίου και η τελετή του Νιπτήρος που είναι και ο Όρθρος της Μεγάλης Πέμπτης που αναφέρεται σε τέσσερα γεγονότα. Τον Ιερό Νιπτήρα, το πλύσιμο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από τον Ιησού Χριστό, τον Μυστικό Δείπνο, την Προσευχή του Κυρίου στο Όρος των Ελαιών και την προδοσία του Ιούδα, δηλαδή την αρχή των Παθών του Χριστού.

Μεγάλη Πέμπτη
Η Μεγάλη Πέμπτη σύμφωνα με τον Χριστιανισμό είναι η ιερή μέρα κατά την οποία εορτάζεται ο Μυστικός Δείπνος του Ιησού Χριστού με τους 12 Αποστόλους.
Ο Μυστικός Δείπνος,  το δείπνο του Ιησού Χριστού με τους 12 Αποστόλους, όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου του Μάρκου και του Λουκά
Ο Ιερός Νιπτήρας,  το πλύσιμο των ποδιών των 12 Αποστόλων από τον Ιησού Χριστό, όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου του Λουκά και του Ιωάννη
Η Υπερφυής Προσευχή,  η προσευχή του Ιησού προς τον Πατέρα του μετά τον Μυστικό Δείπνο και λίγο πριν τη σύλληψή του, όπως περιγράφεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη
Η προδοσία του Ιούδα η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη του Ιησού, όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά  και του Ιωάννη .

Το βράδυ τελείται ο όρθρος της Μεγάλης Παρασκευής, στον οποίο αναπαριστάται το Θείο Δράμα της Σταύρωσης και διαβάζονται τα δώδεκα ευαγγέλια που περιγράφουν τα γεγονότα από τη σύλληψη έως και την ταφή του Χριστού.
Εκείνη την ημέρα, σε πολλές χώρες είναι έθιμο να βάφονται αυγά με κόκκινο χρώμα, προς τιμήν του γεγονότος της σταύρωσης του Ιησού.

Μεγάλη Παρασκευή
Μία ημέρα απόλυτης νηστείας, η Εκκλησία μας θυμίζει και βιώνει την πορεία του Ιησού προς τον Σταυρό και τον θάνατο, την ταφή του.
Τα 12 Ευαγγέλια που διαβάζονται την Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ και τα 5 την Μεγάλη Παρασκευή το πρωί μας παρουσιάζουν τα δραματικά γεγονότα από όλους τους Ευαγγελιστές.

Μεγάλο Σάββατο
 Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί γιορτάζουμε
1. Την Ταφή του Κυρίου «την θεόσωμον ταφήν» και
2. Την Κάθοδο Του στον Άδη «την εις άδου κάθοδον», όπου κήρυξε σε όλους τους νεκρούς

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όλα τα φώτα της εκκλησίας σβήνουν και πέφτει παντού σκοτάδι. Στις 12 το βράδυ, ο ιερέας ψάλλει το «Δεύτε λάβετε φως» και βγαίνει με τη λαμπάδα του αναμμένη μέσα από την Ωραία Πύλη και δίνει φως στους εκκλησιαζόμενους.
Στη συνέχεια οι πιστοί βγαίνουν έξω από την εκκλησία, όπου ο παπάς διαβάζει το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως και μόλις τελειώσει ψάλλει το «Χριστός Ανέστη…»

Η Κυριακή του Πάσχα
Το Χριστιανικό Πάσχα, ή κοινώς Πασχαλιά ή Λαμπρή, η Ανάσταση του Χριστού ή απλώς Ανάσταση, είναι η σπουδαιότερη γιορτή του χριστιανικού εκκλησιαστικού έτους. Γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου μη συμπεριλαμβανομένης, κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο στην Ορθόδοξη εκκλησία και κατά το Γρηγοριανό στην Ρωμαιοκαθολική. Γιορτάζεται η ανάσταση του Ιησού Χριστού που πιστεύεται ότι έγινε το 33 μ.Χ.



Μεγάλη Εβδομάδα

- Πότε κιόλας ἐπερασεν η Σαρακοστή; Πότε ἔφθασεν ἡ Μεγάλη ῾Εβδομάδα; Καθόλου δὲν ἐκατάλαβα, εἶπεν ἡ μητέρα στὴ Δαφνούλα καὶ στὸν Κωστάκη, τὰ παιδιά της
Ἡ Δαφνούλα τὴν ἐρώτησε:
- Γιατί, μητέρα, αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα τὴν λέγομε Μεγάλη;
- Γιατί, παιδί μου, τὶς ἡμέρες αὐτὲς ἔπαθε πολλὰ ὁ Χριστὸς ἀπὸ κακοὺς ἀνθρώπους καὶ στὸ τέλος τὸν ἐσταύρωσαν.
Τὴν ὥρα ἐκείνη κάτω στὸ δρόμο τὰ παιδιὰ ἐχαλοῦσαν τὸν κόσμο ἀπὸ φωνές. Ἦταν ὁ Φώτης, ὁ Ἀλέκος καὶ ἄλλα γειτονόπουλα αὐτά, ποὺ ἐφώναζαν. Τί γέλια ‚ Τί ξεφωνητά ‚ Τί κακό ‚
Εἰς τὴν μητέρα ἐφάνηκε πολὺ ἄπρεπο αὐτό. Τέτοια ἡμέρα λυπητερὴ νὰ φωνάζουν τὰ παιδιὰ τόσο‚ Κατέβηκε γι’ αὐτὸ κάτω καὶ τοὺς εἶπε μερικὲς κουβέντες πολὺ φρόνιμες
:
- Ἄν εἴχατε, παιδιά μου, στὸ σπίτι σας κάποιον δικό σας νὰ ὑποφέρῃ, θὰ ἐκάνατε ὅ,τι κάνετε τώρα; Θὰ ἐγελούσατε, θὰ ἐτρέχατε, θὰ ἐγεμίζατε τὸν κόσμο ἀπὸ ξεφωνητά;
Τὰ παιδιὰ δὲν ἤξεραν γιατί τοὺς ἔλεγε αὐτὰ καὶ ἐκοίταζαν σιωπηλά. Μονάχα ὁ Τάκης τῆς εἶπε:
- Μὰ ἐμεῖς δὲν ἔχομε κανένα δικό μας νὰ ὑποφέρῃ. Γιατί νὰ μὴ γελοῦμε καὶ νὰ μὴ φωνάζωμε;
- Καὶ ὅμως, παιδιά μου‚ Ἔχομε κάποιον πολὺ δικό μας, ποὺ ὑποφέρει‚ Ἔχομε τὸ Χριστό μας. Ὅλη αὐτὴ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα ὑποφέρει, βασανίζεται, σταυρώνεται. Ἐμεῖς, σὰν Χριστιανοί, δὲν εἶναι σωστὸ νὰ μὴν νοιώθωμε τὸν πόνο του. Αὐτὸς γιὰ μᾶς ἐσταυρώθηκε.
Ἡ μητέρα δὲν τοὺς εἶπε ἄλλο τίποτε καὶ ἀνέβηκε πάλι στὸ σπίτι. Τὰ παιδιὰ ὅμως ἐκατάλαβαν τὸ σφάλμα τους καὶ ἐσιώπησαν. Ὁ Ἀλέκος  μάλιστα, ποὺ ἧταν ἀπ᾽ ὅλους μεγαλύτερος, ἐλυπήθηκεν ἀκόμη πιὸ πολύ.
- Ἀλήθεια, παιδιά: Ἔπρεπε νὰ τὸ συλλογισθοῦμε καὶ μόνοι μας αὐτό. Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ κτυποῦν οἱ καμπάνες, νὰ ἔχωμεν ἀγρυπνίες, νὰ  εἶναι Μεγάλη Ἑβδομάδα κι ἐμεῖς νὰ ξεφωνίζωμε. Ὄλες αὐτὲς τὶς ἅγιες ἡμέρες πρέπει νὰ εἴμεθα προσεκτικοί. Νὰ πηγαίνωμε στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ παρακολουθοῦμε μὲ εὐλάβεια τὶς ἱερὲς τελετές. 



Πηγή : Αναγνωστικό Β'Δημοτικού 1963