Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Χίλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Χίλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Λαμπρή απρόσμενη - Δημήτρης Χίλιος


Λαμπρή απρόσμενη(*)
(ηθογραφικό διήγημα)

Κι είχαν ανθίσει τα γιασεμιά τα πλεγμένα στο φράχτη που μαζί με τ’ αγιόκλημα και τ’ απριλιάτικο αεράκι, φέρνανε το Θεό δίπλα σου∙ και κάνανε τον κόσμο λιγότερο σκληρό, πιο αγνό, πιο ουράνιο.
Η καρδερίνα του Φαναρά, αχάραγο, πριν ακόμα ο παπα-Αντρέας ανηφορίσει το καλντερίμι του άϊ-Νικόλα για τις Ώρες και την Αποκαθήλωση, τραγούδαγε ασταμάτητα την ομορφιά της φύσης τώρα που τα πάντα ξαναγεννιούνταν και που τα πάθη του Θεανθρώπου καταλαγιάζουν και κείνα τα ανθρώπινα.
«Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ∙ ψευδή πορφύραν περιβάλλεται ο περιβάλων τον ουρανόν εν νεφέλαις∙ ράπισμα καταδέξατο ο νυμφίος της εκκλησίας∙ λόγχη εκεντήθη ο υιός της Παρθένου…»
Ο ήλιος κρυβόταν ακόμα πίσω από το βουνό του Πάπαρη κι ο Αυγερινός τρεμόσβηνε έτοιμος να πέσει κάτω χαμηλά κατά τη Μαιρκήνια.
«Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνιους εξοδίους προσήσωμεν τω κτίστη».
Η Κατίνα του Σαραλέκα άσπριζε τις πεζούλες της αυλής σιγοψέλνοντας «Ω γλυκειά μου έαρ, γλυκύτερό μου τέκνο, πού είδα σου τα κάλλια» κι η Μαγκασού με το καλάθι στον αγκώνα κρεμασμένο, μάζευε λουλούδια στις γειτονιές για να στολίσει η καλόγρια η Νεκταρία τον Επιτάφιο του μοναστηριού της Παναγίας της Αγουλινιτσιώτισσας. Το απόγιομα θ’ ανέβαινε εκεί ο παπα-Αντρέας να κάνει μαζί ακολουθία Αποκαθήλωσης και Επιταφίου. Είχε καθιερωθεί πια, ο παπα-Αντρέας, είτε γιατί το ’θελε ο ίδιος, είτε γιατί δεν μπορούσε να κάμει κι αλλιώς, ν’ ανεβαίνει με το γαϊδούρι κάθε απόγιομα Μεγάλης Παρασκευής μετά το μεσημεριανό του, ψηλά στην κορυφή της Ντάρντιζας, που ήτανε το μοναστήρι. Κι εκεί, μαζί με τις καλόγριες, που ήσαν χρόνια τώρα οι ίδιες η αδελφότητα της μονής, τους ανθρώπους του μόχθου, κάτι κυρίες φιλακόλουθες που ανηφόριζαν τακτικά κι ένα μπουλούκι παιδιά, να ζήσουνε το μέγεθος της θυσίας του Ναζωραίου.
«Έρραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι».
Το λιβάνι άφθονο κι έντονη η μυρωδιά του πεύκου. Οι φωνές αφτιασίδωτες.

*    *    *
Εκείνο το πρωϊνό της Μεγάλης Παρασκευής η Ανθή της χήρας της Νταΐνας, κορίτσι παραγινομένο που σαράντα περίπου Μάϊοι βάραιναν τους κυρτούς της ώμους, χρόνια τώρα περίμενε το πριγκιπόπουλο χωρίς να απελπίζεται κι ας είχε αργήσει τόσο να φανεί, αφού τάϊσε τις κότες και ξεπέταξε βιαστικά κάτι δουλίτσες του σπιτιού, πλύθηκε, ντύθηκε τη φουστόμπλουζα και το μαντώ της απέξω, έβαλε κι από την πούδρα που της έφερε δώρο από την Αθήνα ο μπάρμπας της ο Βενέτης, κίνησε για τον άϊ-Νικόλα. Στα χέρια το καλό της δαντελωτό σεντόνι, το καμάρι της προίκας της, που είκοσι πέντε χρόνια κάθε τέτοια μέρα το πήγαινε στον παπα-Αντρέα να τυλίξει με αυτό το Σώμα του Σταυρωμένου στην Αποκαθήλωση, για να ευλογηθεί έτσι η προίκα της και να ’ρθουνε σύντομα οι χαρές της.
Γιατί δεν είχε καθόλου απογοητευτεί η Ανθούλα!
Και γιατί να απογοητευτεί σε παρακαλώ; Εδώ παντρεύονταν σαρανταπεντάρες, κι αυτή που ’τανε μόλις σαράντα; Α!
Σαράντα δυο ήταν, αλλά τα χαρτιά στη Δημαρχεία για σαράντα την κάνανε, έτσι τη δήλωσαν τότε και καθόλου τούτο δεν τη στεναχωρούσε. Εξάλλου διατηρείται ακμαία. Μόνο να∙ ο λαιμός της τελευταία πάει να κρεμάσει κάτι προγούλια και τα πόδια της παραχοντρύνανε λιγάκι απ’ το φλεβίτη, κατά τ’ άλλα μια χαρά. Είχε και τα προικιά της που θα τα ζήλευε αρχοντοπούλα. Τόσα χρόνια δεν σήκωνε από το κέντημα κεφάλι, άσε η μάνα της. Πρώτη τεχνίτρα του αργαλειού. Μόνο με τ’ ασπρόρουχά της κοίμιζε ολάκερο χωριό. Μήτε και τ’ όνομά της ακούστηκε ποτέ στο παραμικρό. Λύσσαξε κείνη η γλωσοκοπάνα η φθονερή, η Ευτυμία, μα τίποτα δεν κατάφερε. Καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται. Τόσα χρόνια αν κι ορφανή, χωρίς προστασία, στάθηκε βράχος. Καθαρή σαν το αυγό, κορίτσι του σπιτιού και της εκκλησίας!
Ανηφόριζε τα σκαλιά του άϊ-Νικόλα και μπροστά στην αυλόπορτα του Νάκη του Λαμπρούλια  σταμάτησε, λαχανιασμένη, να καμαρώσει τις ντάλιες και τις ορτανσίες αλλά και να ξεκουράσει τα πόδια της, τα παραμορφωμένα από τον φλεβίτη. Μόλις μπήκε στην εκκλησία, ο παπάς είχε ξεκινήσει το τρισάγιο για το διάβασμα υπέρ αναπαύσεως μπροστά στον Σταυρωμένο.
Το κουβούκλιο του Επιταφίου καλοστολισμένο, όλο γαρύφαλλο, τριαντάφυλλο και βιολέτα, πάνω στην εξέδρα του με αψίδες από φοίνικες γύρω, ήταν παραδομένο στον θαυμασμό των  γυναικών από τα στασίδια.
«Βοήθειά τους κεινώνε που τόνε φκιάσανε» μουρμούριζαν μεταξύ τους και δεν χόρταιναν να τον καμαρώνουν, «γεια στα χέρια τους». Να ’χανε άραγε καλύτερο οι αϊ-χαραλαμπίτες; Α, μπα! Κάθε χρόνο τους τρώγανε αυτοί. Το ’χε, παιδί μου, η ενορία τους να είναι νοικοκυρεμένοι και με γούστο.
Έβαλε το κερί της η Ανθή, λαμπάδα ταληρίσια μάλιστα κι ασπάστηκε τον Σταυρωμένο αφήνοντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στη βάση του Σταυρού, κατόπιν έδωσε το χαρτάκι με τους πεθαμένους στη Βανθία του Σουλελέ που κράταγε το καλαθάκι κι έδινε ένα ένα στον παπά να τα διαβάζει υπέρ αναπαύσεως. Κι αφού έριξε το δίφραγκό της στον δίσκο που κράταγε η Φροσύνη η νεοκώρυσα, το έριξε μάλιστα κρυφά, να μην φανεί γιατί έβλεπε όλο τάλιρα και δεκάρικα στο δίσκο, τράβηξε για το στασίδι της μάνας της.
Σαν τέλειωσε το τρισάγιο κι η Φροσύνη έμπασε στο ιερό το δίσκο γιομάτο τάληρα, δεκάρικα και στο βάθος κάτι λίγα πενηντάρια, ο παπα-Αντρέας διάβασε το Ευαγγέλιο της Αποκαθήλωσης «και λαβών ο Ιωσήφ το Σώμα ενετύλιξεν αυτώ σινδόνι καθαρά και έθηκεν αυτώ εν τω καινώ μνημείω». Τότε, μ’ ένα μακρόσυρτο «Δόξα σοι Κύριε, δόξα Σοι» του Γιώργη του Κοκόλα, κατέβηκε από την Ωραία Πύλη με την πένθιμη μωβ στολή του, δώρο του Δεσπότη Δαμασκηνού κι ήρθε θυμιατίζοντας μπροστά στον Σταυρωμένο, τον παραφορτωμένο με στεφάνια και περιτριγυρισμένο από καντήλια, λιβάνι και αρώματα. Για την Αποκαθήλωση.
Έτρεξε τότε κι η Ανθούλα της χήρας της Νταΐνας με το σεντόνι όλο δαντέλα ξεδιπλωμένο, να δούνε την τέχνη της οι ενορίτισσες, να τυλίξει με αυτό τον Σταυρωμένο την ώρα που ο παπα-Αντρέας ως ο Ευσχήμων Ιωσήφ Τον κατέβαζε από τον Σταυρό. Κατόπιν γονάτισε σε μετάνοια με το κεφάλι στην ψάθα, πάνω από τις πλάκες, παρακαλώντας για την τύχη της, μέχρι που ο παπάς με το Σώμα στον ώμο αργά-αργά χάθηκε στο βάθος του ιερού κάτω από τα μάτια των πιστών και τα σταυροκοπήματα.
Η ακολουθία συνεχιζόταν, σε λίγο ο Θεάνθρωπος κατέβαινε «εν τω καινώ αυτού μνημείω». Η πομπή φάνηκε στα σκαλιά της βόρειας πύλης.
Ο Άλκης του Μπλέσσα και ο Σάκης του Ρούση, του επίτροπου, μπροστά με τα εξαπτέρυγα. Ο Νίκος ο Σπυράκης με τον Γιώργη τον Κοκόλα ακολουθούσαν ψέλνοντας «Ότε εν τω τάφω τω καινώ υπέρ του παντός κατετέθης, ο λυτρωτής του παντός…» Ο Δημητράκης του παπά με λευκή μακριά ποδιά και πένθιμες λωρίδες-ωράρια σταυρωτά στους ώμους, καμαρωτός θυμιάτιζε την πομπή. Ο Κωνσταντής ο Τσουκάλας, ο επίτροπος, άνοιγε δρόμο μεριάζοντας καρέκλες και γυναικόπαιδα.
Η απεικόνιση της ταφής με το Σώμα του Χριστού χρυσοκεντημένο σε κόκκινο βελούδο, έβγαινε τώρα στο τέλος της πομπής από τη βόρεια πύλη κι αφού έκανε τρεις γύρους στην εκκλησία, τοποθετήθηκε στο κουβούκλιο του Επιταφίου.
Η Φροσύνη η νεοκώρυσα έδενε ακόμα γύρω φιόγκους τις λευκές κορδέλες κάτω από τις ψαλμωδίες του Γιώργη του Κοκόλα «Σε, τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον» και τις οδηγίες της κυρα-Ευτέρπης του Κόκκινου, όταν οι γυναίκες ξεκίνησαν να προσκυνούν και τα παιδιά να μπουσουλάνε σταυρωτά κάτω από τον Επιτάφιο.
«Ταις μυροφόροις γυναιξί παρά το μνήμα επιστάς ο άγγελος εβόα…»
Ο παπα-Αντρέας υπενθύμισε τότε ότι τα ροδοπέταλα πάνω στο Σώμα του Χριστού δεν ήσαν ακόμα διαβασμένα κι έτσι δεν είχε νόημα να τα παίρνουν για φυλαχτό. Κατσάδιασε μάλιστα τη Βγενιά που γέμισε το πορτοφόλι της, τα ήθελε φάρμακο στα αρθριτικά της. Κι ο Κωνσταντής έβγαλε έξω από το αυτί την Ευταλίτσα του Γανωματή που βρέθηκε με τις χούφτες γιομάτες, έδωκε μάλιστα και κάτι σκαμπίλια στα παιδιά που, κοτζάμ μαντράχαλοι μπουσούλιζαν κάτω από τον Επιτάφιο και ξέστρωσαν τα απλαδόφυλλα της εξέδρας.
Παρ’ όλα αυτά η Ανθή της χήρας της Νταΐνας έκρυψε βαθειά στον κόρφο της δυο ροζ ροδοπέταλα που πήρε κρυφά με το στόμα σαν ασπάστηκε. Τα ήθελε πάντα κοντά της.

*     *      *
- Βοήθειά σου να ’ναι, Ανθούλα, στις χαρές σου ογλήγορα! Να δώκει ο μεγαλοδύναμος να ταχτοποιγηθείς και συ τσουπούλα μου, μ’ ένανε καλό λεβέντη. Καιρός είναι, δεν περάσανε δα και τα χρόνια. Δεν βλέπεις της Καλλιόπη του Κατσάνη, που είναι μεγαλύτερή σου και κοκοτεύεται, που να της έρθει αξαφνιά, η παλιοσταφίδα. Όχι εσύ, κορίτσι πράμα…
Με τέτοια γλυκοχαιρετούρα η Μαργαρίτα του Μπαλωματή ζύγωσε την Ανθή, πιάνοντάς την αγκαζέ στα σκαλιά της εκκλησίας μπροστά στην πόρτα της Ουρανίας του Οικονόμου.
Κατηφορίζανε το καλντερίμι και τα λέγανε. Και τι δεν είχαν να πούνε!
Συνομήλικες, η Μαργαρίτα ήταν πεντ’-έξι χρόνια μικρότερη μα έλεγε πως ήσαν συνομήλικες έτσι, να μην κακοκαρδίζει την Ανθή, και γειτόνισσες τότε που ανύπαντρη έμενε ακόμα στο πατρικό της. Μαζί κεντάγανε, κάθονταν τα βράδια στα πεζούλια περιμένοντας να δούνε το αστέρι να πέφτει μπας και προλάβουν την ευχή και κοκκινίζανε σαν τους μίλαγαν για την παντρειά οι γερόντισσες.
Είπαν για τα λαμπριάτικα κουλούρια που της έγιναν υπέροχα της Ανθής, αλλά και για τον καυγά που είχε με τη Γανωματίνα η μάνα της, μιας κι ήθελε σώνει και καλά, η ρίχτισσα, να αρπάξει την κλωσσοφωλιά που βρέθηκε στον αχυρώνα της Νταΐνας κι έλεγε πως η κότα η γδυμολαίμα που τα κλώσσησε ήτανε δική της και την αναζήταγε καιρό τώρα, από τον Τρυγητή.
Α, όλα κι όλα. Τέτοια καμώματα δεν τα σήκωνε η Νταΐνα. Να την ειπεί κλέφτρα η Γανωματίνα, η πατσαβούρα; Θέ μου και συχώρεσέ με, αλλά ήτανε πράμα ανήκουστο. Να τήνε βάνει ίσα κι όμοια με τα μούτρα της, η παλιοβρόμα; Τόσα χρόνια δεν ανέχτηκε κουβέντες από κανένανε και ήρθε τώρα η παλιοπεινάλα, η γλωσσού, να την ειπεί απλωχέρα;
Δεν άργησε να την αρπάξει από το μαλλί το άπλυτο, να σηκωθεί η γειτονιά στο πόδι και να τρομάξει η Ανθή να τις χωρίσει. Τέτοια ταραχή!
Συγχύστηκε χρονιάρες μέρες. Και κείνος ο φλεβίτης τελευταία παράγινε. Ήθελε, λέει, ανάπαυση μα πού να σταθεί με τόσες δουλειές. Είχε και τη μάνα της από την άλλη να την τρώγεται για την παντρειά.   Θα πήγαινε, της έλεγε, με το δικό της το μαράζι. Αλλά τι να ’κανε κι αυτή; Μήπως πέρναγε απ’ το δικό της χέρι; Τώρα πια δεν έφτανε να θέλει μονάχα η Ανθή. Τελευταία πάψανε και τα προξενιά. Πάνε δυο χρόνια που δρασκέλισε τελευταία φορά την πόρτα τους η Αλισάβω η προξενήτρα.
Αλλά μπορούσε να ξεπέσει τόσο, κορίτσι πράμα; Παραγινωμένο βέβαια, κορίτσι πάντως κι από σόϊ μάλιστα, στους χήρους και τους σακάτηδες, κάτι χαμένα κορμιά, που της προξένευε η Αλισάβω; Α, μπα. Κράτησε τη θέση της σαν νοικοκυροκοπέλα και το μόνο που κατάφερε ήταν να μείνει γεροντοκόριτσο.
Κατηφόριζαν το καλντερίμι κουβεντιάζοντας για τις δουλειές του σπιτιού που ήσαν παραφορτωμένες τούτες τις μέρες. Και της έλεγε η Μαργαρίτα για τους ξένους που της κουβαλήθηκαν και την αναστάτωση που φέρανε στο σπίτι της.
Τον κουνιάδο της το Σωτήρη με τη φαμίλια του, τέσσερα μπαστάρδικα, Θέ μου και συγχώρεσέ με, λες και δεν έφταναν τα δικά της, και τη γυναίκα του, μια φώκια ανοικοκύρευτη που δεν έριχνε νερό να πιεί στο ποτήρι και που προχθές Μεγάλη Τετάρτη ανήμερα ήθελε, η αντίχριστη να της βγάλει, λέει, παστό από τη λαΐνα, να φάει τον περίδρομο.
Πώς δεν έπεσε φωτιά να τους κάψει και που το είπε μοναχά!
Είδε κι έπαθε η Μαργαρίτα να συγκρατήσει την πεθερά της τη Μπαλωματού που θέλησε να της βγάλει τα μαλλιά λοΐδα-λοΐδα. να την πετάξει όξω από το σπίτι, τη Γεζουΐτισσα. Τάχα λέγαν πως ζούνε και στην Αθήνα, τα ζωντανά. Να∙ στην εκκλησία δεν πάτησε σήμερα, ακόμα κοιμάται. Παρά ίσα να βγάνει τα φρύδια με ένα τσιμπίδι ήξερε και να μπογιατίζει τα χείλια της που ήσαν σαν της γαϊδούρας, Θέ μου και συγχώρεσέ με!
Πού το βρήκε ο Σωτήρης τέτοιο πρόστυχο θηλυκό, δεν μπόρεσε η Μαργαρίτα να καταλάβει. Κι ύστερα σου λένε Αθήνα. Πφ!
Α, ξέχασε. Είχανε κι έναν λεγάμενο κοντά τους καλέ, Προϊστάμενος του Σωτήρη, σοβαρός και πολύ καθώς πρέπει. Κύριος με τα όλα του και «με θέση στο πουρυγείο περικαλώ», το ξεκαθάριζε στις συστάσεις ο Σωτήρης.
Μόνο που ήτανε ζωντοχήρος ο καψερός, γιατί δεν επέτρεπε στη γυναίκα του, μια τσούγδω από κείνες τις τσιγαρούδες τις ξεδιάντροπες, να ξενοκοιτάει και να… «Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου. Μα η λεγάμενη το είχε στο αίμα της, ώσπου αναγκάστηκε ο άνθρωπος να την ξαποστείλει, την ξετσίπωτη. Ευτυχώς χωρίς παιδιά. Τι να ειπείς… Σόδομα και Γόμορα, έλεγε η Μαργαρίτα κι όλο κοντοστεκότανε για να κρατήσει λιγάκι ακόμα η κουβέντα πριν αποχωριστούν. Γι αυτό θα ρίξει φωτιά να μας κάψει, κούναγε το κεφάλι κι έκανε τς τς τς.
Ήξερε η Ανθή αν την αγάπαγε η Μαργαρίτα κι αν ήθελε το καλύτερο, μα με όλο το θάρρος της έλεγε τώρα πως δεν θα ήταν άσχημο να την σκεφτεί την περίπτωση, μιας κι ο άνθρωπος εξ επί τούτου ήρθε στο χωριό κι ας λέγανε τάχα για το κοκορέτσι και τη μαγειρίτσα της πεθεράς της. Να βρει ένα καλό και ηθικό κορίτσι, προπάντων ηθικό. Αμέσως στο μυαλό της την Ανθούλα έβαλε, ότι αυτή του ταίριαγε κι ότι αυτηνής της άξιζε τέτοια τύχη χρυσή. Μ’ όλο το θάρρος δηλαδή. Ηλικία, ομορφάδες και προίκα δεν τόνε νοιάζανε. Είχε κείνος. Έτσι κι έδενε το προξενιό, χρυσή θα την έντυνε. Φτάνει να το κουβέντιαζε με τη μάνα της και να της λέγανε το βράδυ στον Επιτάφιο. Μόνο που να… δεν ήτανε κανένας κούκλος, μήτε και παιδαρέλι. Αλλά τι την έμελλε τούτο, άμα υπάρχει η καλή καρδιά, η ηθικότη και το χρήμα! Προπάντων η ηθικότη, γιατί ο άνθρωπος από μακριά φαινότανε μάλαμα.
Θα το σκεφτότανε το πράμα η Ανθή, θα το κουβέντιαζε με τη μάνα της, θα παίρνανε και τη γνώμη των μπαρμπάδων της μιας και δεν είχε πατέρα.
*    *    *
Το βράδυ, εκεί που έσμιγαν οι Επιτάφιοι των δυο ενοριών στην πλατεία και αλληλοασπάζονταν σταυρωτά οι παπάδες, πηγαίνοντας η πομπή προς τον άγνωστο στρατιώτη στο σιδηροδρομικό σταθμό και ο κόσμος ακολουθούσε συγκρίνοντας τους Επιτάφιους όπως προχώραγαν αργά πάνω στους ώμους των παλληκαριών, ενώ τα παιδιά μπροστά με λαμπάδες ψέλνανε το «Η Ζωή εν τάφω» κι οι νοικοκυρές με διάπλατα πορτοπαράθυρα θυμιατίζανε τον «εν νεκροίς λογισθέντα», η Ανθή με τη μάνα της τη Νταΐνα ψάχνανε μέσα στο ανθρωπομάνι να βρούνε τη Μαργαρίτα του Μπαλωματή.
Χαμηλά στον σταθμό, την ώρα που αποχωρίζονταν οι Επιτάφιοι με τη δέηση «υπέρ πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων» να επιστρέψουν στις ενορίες για την απόλυση, πήρε το μάτι της Νταΐνας τη Μαργαρίτα. Μια κλωσσοφωλιά παιδιά γύρω, δικά της και του κουνιάδου της, την τραβολογούσαν από χέρια, πόδια και φουστάνι. Και παραπίσω η πεθερά της η Μπαλωματού να τραβολογάει αγκαζέ τη νύφη της τη τζαναμπέτισσα.
Σμίξανε χαμηλά στον καρταλέϊκο δρόμο, μπροστά στο εικονοστάσι του αϊ-Πεντελέημονα, εκεί που η Γαληνιά του Ευγένη είχε στρωμένο κιλίμι να σταματήσει η πομπή για δέηση.
Κι εκεί, ανάμεσα στα βαρελότα και τους αυτοσχέδιους δυναμίτες, το μοσχολίβανο και τη βραχνιασμένη πια φωνή του παπα-Αντρέα, που είχε πιάσει ψηλά το «Άξιον εστί» και δεινοπάθησε να το βγάλει πέρα, απαντήθηκε η Νταΐνα κι η θυγατέρα της με την Μαργαρίτα του Μπαλωματή, την πεθερά της, τη συννυφάδα της κι ένα μελίσσι παιδιά γύρω.
Αφού χαιρετήθηκαν κι ευχήθηκαν η ώρα η καλή και καλά στερεώματα, γιατί μάνα και κόρη είπανε μ’ ένα στόμα πως είχαν αποφασίσει να δεχτούν κι ας μην είδαν ακόμα το γαμπρό, η Νταΐνα σταυροκοπιόταν κρυφά σουφρώνοντας το στόμα και λοξοκοίταζε τη νύφη της Μπαλωματούς.
- Που να της έρθει αξαφνιά, μουρμούριζε. Τι μπογιάτισμα είναι τούτο που ’χει καμωμένο, η νεραϊδοπαρμένη…
Τέλος χωρίς κουβέντες πολλές καταλήξανε πως και φέτος ο δικός τους Επιτάφιος ήταν καλύτερος και πήραν ν’ ακολουθήσουν την πομπή που ανέβαινε για την απόλυση. Καθώς ανηφόριζαν ψέλνοντας «Αι γενεαί πάσαι», φτάνοντας στη στροφή του Θεουλάκη μπροστά στης Κουτσολεϊμονιάς, ο πρωτότοκος της Μαργαρίτας, ο Βασίλης, ήρθε κλαμένος κι αναψοκοκκινισμένος να κρυφτεί κάτω από τη φούστα της μάνας του. Τον μάλωσε ο επίτροπος και του τράβηξε δυνατά το αυτί γιατί έτρεχε βάζοντας τρικλοποδιές στα κορίτσια που ψέλνανε τα Ευλογητάρια κι έδωσε μια με τη λαμπάδα στο κεφάλι του Δημητράκη του παπά που πήγαινε καμαρωτός θυμιατίζοντας ντυμένος στα λευκά κι έβαλε τα κλάματα.
Α, μα το ’χανε παρακάμει και οι πιτρόποι! Παιδιά είναι, μούρλιες θα κάμουνε. Απόψε κιόλας θα του έκανε την παρατήρηση η Μαργαρίτα. Θα το έλεγε μάλιστα και του παπά, να ξέρει ποιους διορίζει στην εκκλησία.

Είχανε φτάσει στα σκαλιά του αϊ-Νικόλα και πέρναγαν μέσα σκυφτοί κάτω από τον Επιτάφιο που καμάρωνε στους ώμους των παλικαριών. Στην πόρτα περίμενε η Φροσύνη η νεοκώρυσα που είχε βγάλει εν τω μεταξύ από τους θρόνους των εικόνων, τις πόρτες και τους πολυελαίους τις πένθιμες κορδέλες, είχε ξεστρώσει τα υφαντά προετοιμάζοντας την εκκλησία για την Ανάσταση, μην της τα κάνουν χάλια με τα λαμπροκέρια.
Μετά τις προφητείες ο παπα-Αντρέας διάβασε, κατάκοπος, το Ευαγγέλιο και στο «…σφραγίσαντες το τάφον, σφαλίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας» τερέτισε καθώς συνήθιζε την κατάληξη κι ύστερα με την απόλυση ευχήθηκε «καλή αυριανή και καλή Ανάσταση», ενώ οι γυναίκες μαλώνανε με τον Αντρέα της Φροσύνης γιατί δεν άφηνε να μαδάνε τα λουλούδια του Επιτάφιου μπας και του χαλάσουν τα λαμπάκια.
- Πού ακούστηκε και τούτο πάλε να μην πάρουμε λελούδι για το ’κόνισμα… Κουρούνα ’γω! Και πώς θα διώχνουμε τ’ αερικά απ’ το σπίτι, αναρωτιόταν η Ξανθή η Τσοκαλιάραινα.
Τα παιδιά μπουσούλιζαν ακόμα κάτω από τον Επιτάφιο, ενώ ο Νίκος ο Σπυράκης από το δεξί ανάλογιο κατέληγε βροντωδώς με το «Ο συνέχων τα πέρατα».
*     *     *
-  Τι να σου ειπώ, κουμπάρα μου, τι να σου ειπώ! Διπλή Λαμπρή για μας η φετινή! Κι η Ανθούλα μου άλλος άθρωπος από τα ψες. Κι ελόγου μου δηλαδή δεν πααίνω πίσω… Ξανάνοιωσα, μήτε πόνοι στους κόμπους, τίποτα. Τόσα χρόνια μοναχές μας σαν τους κούκους, φέτος θα κάμουμε Λαμπρή σαν αθρώποι! Τα ’χω χαμένα η δόλια, δεν ηξέρω τι να ειπώ, τέτοια χαρά! Κι αρχοντάθρωπος, χρυσή καρδιά! Το απόγιομα θα ’ρθουνε να τα τελειώσουμε και ’πίσημα, να δώκουμε λόγο. Δεν ηξέρω τι να πρωτοτοιμάσω, η Ανθή μου μέσα φκιάνει τα μπικουτιά της μετά από χρόνια. Άστα, άστα, ποιος το περίμενε. Διπλή Λαμπρή!
Τούτα έλεγε και ξανάλεγε η χήρα η Νταΐνα μπαινοβγαίνοντας από την κουζίνα στην ξύλινη ταράτσα με την μπουγαρινιά και την αρμπαρόριζα. Τα έλεγε στις γειτόνισσες που την γλυκοχαιρέταγαν για τα καλορίζικα, ξαφνιασμένες. Πρωΐ του Μεγάλου Σαββάτου κι εκείνη τίναζε απλαδόφυλλα, ξεσκόνιζε κι έψηνε γλυκό χωρίς την τσεμπέρα που τη βάραινε τόσα χρόνια και με καλοχτενισμένο κότσο τα κάτασπρα μαλλιά, όλα με μια ενεργητικότητα θαυμαστή. Χήρα, μαραζωμένη τριάντα χρόνια, σήμερα οι ανησυχίες για το αδύνατό της έπαιρναν το καλύτερο τέλος. Εδώ της ήρθε να πιάσει ένα τραγούδι, αλλά κρατήθηκε, ώρες ήταν να την περιγελάσουν, οι λάμιες οι φτονερές.
Χθες αργά το βράδυ, καθώς γύριζαν σπίτι μετά την απόλυση, τους τον γνώρισε ο Σωτήρης, ο κουνιάδος της Μαργαρίτας. Απέξω από το μαγαζί του Γερολύγκου.
Λεβεντάνθρωπος! Και πώς κοκκίνισε η Ανθή της μόλις άπλωσε το χέρι! Αυτό θα ειπεί κορίτσι κι όχι τα σημερινά που…, μα τέτοια μέρα δεν θα άνοιγε το στόμα της. Αλλά και ποιος τη μεγάλωνε, λαμπάδα αναμμένη στάθηκε η μάνα της. Κι αφράτη-αφράτη παρά τα χρονάκια της, σαν τη φαρφουρένια κούπα την είχε φυλαγμένη τόσα χρόνια. Ε, τώρα Θεέ μου δεν ήθελε τίποτα άλλο η Νταΐνα. Ας πέθαινε.


Κι όταν χτύπησε η καμπάνα στην πρωϊνή λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου την ώρα της πρώτης Ανάστασης, πετάχτηκε η χήρα η Νταΐνα με φούρια στην ταράτσα με τη μπουγαρινιά και την αρμπαρόριζα πού ήσαν τούτον τον καιρό ολάνθιστες. Άρπαξε την στάμνα που καμάρωνε πάνω στο τελάρο βουλωμένη με κουκουνάρι, μια απότομη της έδωκε χωρίς δισταγμό και την πέταξε να γίνει χίλια κομμάτια, αναφωνώντας τώρα όχι όπως άλλοτε «Στην πομπή των Ιουδαίων», παρά «Στη γλωσσοφαγιά του κόσμου»!




(*) Το διήγημα «Λαμπρή απρόσμενη»
γράφτηκε το 1981
και συμπεριελήφθη στη συλλογή διηγημάτων «Το Συγκέσιο»
που κυκλοφόρησε το 1995 από τις εκδόσεις «ΦΥΛΛΑ»).
από:
https://www.facebook.com/groups/93532223393/10151578701933394/?pnref=story


Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Κουραμπιέδες των Χριστουγέννων - Δημήτρης Χίλιος






Κουραμπιέδες των Χριστουγέννων
(Επίσης του Πάσχα, αλλά και του γάμου, του αρραβώνα, του λογοδοσίματος, μα και όποτε το καλέσει η όρεξή σας)


Υ λ ι κ ά :

1 κιλό βούτυρο (νωπό και πρόβειο, κατά προτίμησιν)
1 φλιτζάνα του τσαγιού λάδι
4 ασπράδια αυγού
1 φλιτζάνα του τσαγιού αμύγδαλα κομμένα, καρφουντισμένα σε βούτυρο
1 φλιτζάνι του καφέ ούζο
1 φλιτζάνι του καφέ αλισίβα (νερό που έβρασε μαζί με στάχτη και κατόπιν σουρώθηκε)
5 βανίλιες
2 κιλά αλεύρι
1 πιατάκι φλιτζανιού του καφέ, ζάχαρη

Επιπλέον ούζο ή ανθόνερο για να τους ραντίσεις αμέσως μόλις βγουν από τον φούρνο & ενάμιση κιλό ζάχαρη άχνη για την επικάλυψη στο τέλος
Παρατήρηση: Η συγκεκριμένη δοσολογία αποδίδει περίπου 70 κομμάτια. Για μικρότερη ποσότητα, απλώς περιορίζεις τα υλικά στο μισό. Για μεγαλύτερη, πολλαπλασιάζεις αντίστοιχα (και τους πλάθεις βεβαίως μικρότερους).

 
Ε κ τ έ λ ε σ η :

Δένεις ένα φακιόλι στα μαλλιά (για λόγους ευνοήτους) και ανασκουμπώνεσαι.
Σε μια μεγάλη λεκάνη (όχι πλαστική, κατά προτίμησιν) δέρνεις για λίγο το λάδι μέχρι ν’ ανοίξει το χρώμα του. Στη συνέχεια προσθέτεις το βούτυρο, το 1 πιατάκι ζάχαρη κι εξακολουθείς να τα δέρνεις. Μετά ρίχνεις την αλισίβα και το ούζο.
Όλα μαζί δέρνονται περίπου μια ώρα.
Κατόπιν προσθέτεις στο μίγμα τα αμύγδαλα και τις βανίλιες.
Τώρα πια, για καλύτερο αποτέλεσμα, αναλαμβάνει το ανακάτεμα το χέρι της νοικοκυράς (πλυμένο), ή μια ξύλινη κουτάλα. Δάρσιμο μέχρις ότου να μην υπάρχουν σβόλια υλικών...

Σημείωση ασφαλείας: Αποφύγετε τη βοήθεια του συζύγου όσο κι αν προθυμοποιηθεί, τα αντρικά χέρια συνήθως είναι τριχωτά. Αναζητήστε αυτήν μιας φίλης, γειτόνισσας, κουμπάρας.

Σε άλλο δοχείο ήδη έχεις δείρει τα ασπράδια, που τώρα τα ρίχνεις δαρμένα στο μίγμα.
Ε, και τώρα πια ήρθε η στιγμή να προσθέσεις το αλεύρι. Λίγο-λίγο, για να μη σφίξει η ζύμη, να μείνει μαλακή. Δεν είναι απαραίτητο να πέσει όλο το αλεύρι. Όσο πάρει. Σκοπός είναι η ζύμη να μείνει μαλακή και εύπλαστη.
Αν πρόκειται να τους ψήσεις σε λαμαρίνα (στην περίπτωση μεγάλης ποσότητας), καλύπτεις τη λαμαρίνα με λαδόκολλα. Αν πάλι έχεις ταψιά, δεν είναι απαραίτητο.

Κατόπιν με κέφι και με γιορτινή διάθεση, πλάθεις τους κουραμπιέδες στρογγυλούς ή μισοφέγγαρα και τους αραδιάζεις στο ταψί. Στους στρογγυλούς κάνεις μια ρηχή λακουβίτσα στη μέση, για να κρατήσει τη ζάχαρη.
Τους ψήνεις σε μέτρια φωτιά και περιμένεις τραγουδώντας «τάκου-τάκου ο αργαλειός της, τάκου κι έρχεται ο καλός της». Πλην, μην ξεχαστείς και τους κάψεις. Μόλις να ροδίσουν.
Ένα-ένα ταψί κουραμπιέδων που ψήνονται, έτσι ζεστούς, τους ραντίζεις με ούζο ή ανθόνερο. Αμέσως μετά τους βγάζεις προσεκτικά και τους απλώνεις σε μια επιφάνεια κοντά-κοντά, τον έναν πλάϊ στον άλλον. Αμέσως, όσο είναι ακόμη ζεστοί, κρησαρίζεις πάνω τους την ζάχαρη άχνη μέχρις ότου να τους καλύψει.


Την επομένη κερνάς, όπου αγαπάς, (οπωσδήποτε με ένα ποτήρι νερό, για τον κίνδυνο πνιγμού στην περίπτωση που άφησες τη ζύμη να παρασφίξει). Και τότε πια, ασυγκράτητοι, διατυμπανίζετε πως είναι από τα χεράκια σας και δέχεστε ασμένως τα συγχαρητήρια μαζί με βροχή προτάσεων (πάσης φύσεως).


Για την διάσωσιν: Δημήτρης Χίλιος




Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

"Υψηλόν βαρομετρικόν" -Δημήτρης Χίλιος


ΚΑΥΣΩΝΑ ΕΙΧΑΜΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ Κυριακή του Ιουλίου 1973, μα τότε ο όρος δεν ήταν ακόμα γνωστός και λέγαμε μεγάλη ζέστη. Λίγες οι τηλεοράσεις, το λεξιλόγιο όσων φρόντιζαν την ενημέρωση περιοριζόταν σε κουβέντες πολύ συγκεκριμένες.
Η εθνική κυβέρνησις..., Σκοπός της επαναστάσεως..., Σύσσωμον το έθνος θα οδεύσει..., Οι διασαλευταί της εννόμου τάξεως θα παταχθούν,
τέτοια.

Όταν η ωτομοτρίς, σφυρίζοντας, έφτανε στην κωμόπολη, κόντευε μία το μεσημέρι. Κλειστά τα καφενεδάκια του Σταθμού και στον παχύ ίσκιο που έριχναν οι μουριές δίπλα στις ράγες, πέντ’ έξι κότες της γειτονιάς, ξεπνοϊσμένες, με τα φτερά κατεβασμένα. Κι ένα κανελλί σκυλί λαχάνιαζε, με τη γλώσσα δυο σπιθαμές βγαλμένη.

Από τα σκαλοπάτια του μοναδικού βαγονιού κατέβαιναν όπως-όπως καμμιά σαρανταριά άτομα, γυναικόπαιδα κυρίως, μισόγυμνα μα απαραιτήτως καπελωμένα, φορτωμένα με τα χρωματιστά σωσίβια, εκείνα με το κεφάλι αλόγου σε κορμί κουλούρας. Παιδαρέλια που δεν πάψανε στιγμή τις φωνές και τα χασκόγελα, αναψοκοκκινισμένα στη λάβρα του ήλιου και την αλμύρα της θάλασσας και, πίσω-πίσω, μια δεκαριά γριές από τα ιαματικά λουτρά, χωρίς μπανιερά και σωσίβια αυτές, παρά με χοντρές μάλλινες ζακέττες, στο κεφάλι σκούρα μαντήλια, οι χήρες απαραίτητα μαύρα.



Το τραινάκι, ένα βαγόνι με μηχανή όλο κι όλο στη γραμμή Κυπαρισσία - Πύργος - Πάτρα, το πρωΐ έτρεχε με βογγητά και σφυρίγματα στην αντίθετη διαδρομή, επέστρεφε τώρα απ΄ τον Καϊάφα και ξέβραζε στους Σταθμούς τους επιβάτες που, καταγανακτισμένοι από το στριμωξίδι, βάζανε μια φωνή στους ΣΠΑΠικούς. Χάθηκε ακόμα ένα βαγόνι, να ξεπερετηθεί ο κόσμος;
Ο σταθμάρχης, ξεσκούφωτος, πετάχτηκε να δώσει απ’ το παράθυρο στον μηχανοδηγό ένα κίτρινο χαρτί με σφραγίδες. Σφύριξε ξεψυχισμένα, κατέβασε το σημαιάκι, η ωτομοτρίς ξεκίνησε αμέσως μιας και δεν θα διασταυρωνόταν εδώ με το αθηναϊκό –τούουουουτ-τούουουτ, μας αποχαιρέτισε– και γύρισε με γκριμάτσα απόγνωσης στη σκιά του πέτρινου κτίσματος.
Η σφυρίχτρα κρεμόταν σε μικρή αλυσίδα απ’ το τσεπάκι. Ο ιδρώτας λέκιαζε στις μασχάλες το γαλάζιο πουκάμισο.
Στο μικρό γραφείο με τον χάρτη της διαδρομής των σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, τα εισιτήρια παρατεταγμένα σε μικρά ραφάκια στον τοίχο, κατά δρομολόγιο και χιλιομετρική απόσταση• στο τραπέζι μολύβια, σφραγίδες, κι ο τηλέγραφος να παίζει ασταμάτητα γράφοντας παύλες και τελείες στη λευκή κορδέλα.
Από την άλλη μεριά του κτηρίου, εκεί που ξεκίναγε η δενδροστοιχία με τις μουριές, ένα γραφειάκι μικρότερο για τον κλειδούχο, αποθήκη πες. Έξω από την πόρτα η πλάστιγγα για τις ασυνόδευτες αποσκευές, μέσα δέματα και κασόνια περίμεναν τον παραλήπτη.
Στο υπόλοιπο οίκημα έμενε η οικογένεια του σταθμάρχη. Γυναίκα, δυο παιδιά, πεθερά και μια ανύπαντρη κουνιάδα, μεγαλοκοπέλα.
Πεθερά και κουνιάδα κουβαλήθηκαν εδώ για το καλοκαίρι, με τον μπόγο τους, κένταγαν τσεβρέδες με μανία στον ίσκιο της κληματαριάς, έριχναν τον πικρό τους λόγο για το κάθε τι, συμβούλευαν μικρούς μεγάλους ασταμάτητα• κι ο σταθμάρχης, σκασμένος, μέτραγε τις μέρες ως τον Δεκαπενταύγουστο, να ξεκουμπιστούν στο χωριό τους.
Τα τζιτζίκια σήκωναν τον κόσμο στο πόδι απ’ το τραγούδι, άλλο ζωντανό δεν έβρισκε δύναμη μήτε ν’ αναδευτεί τούτη την ώρα. Ένας πηχτός ιδρώτας νόμιζες θα έπνιγε το κάθε τι, και οι κολυμβητές παίρναμε τις ανηφόρες σέρνοντας πέδιλα και σαγιονάρες με κεφάλια κατεβασμένα, κατάκοποι στο λιοπύρι.
Πολλοί θα παίρναν μαζί με τον δρόμο της επιστροφής και το φαΐ από τον φούρνο• την Κυριακή το συνήθιζαν.
Κρέας ή κοτόπουλο, το στέλνανε να ψηθεί έξω με πατάτες ή ζυμαρικό στη σακκούλα, χυλοπίττες, κριθαράκι, που θα το έριχνε ο φούρναρης στο ταψί με την κοφτή παραγινωμένη ντομάτα μαζί με δυο μπρίκια βρασμένο νερό, σαν μισοψηνόταν το κρέας.


Επιστρέφαμε οι θαλασσινοί, κολύμπι δεν ήξερα, μάλλον φοβόμουν τη θάλασσα, αλλά μου άρεσε τούτο το καλοκαιρινό πέρα-δώθε, να φεύγω μακριά απ’ το σπίτι. Στην αρχή, την πρώτη χρονιά, η μάνα μου με χρέωνε σε διάφορες γνωστές της, γειτόνισσες, για να έχουν το νου τους. Μετά σιγά-σιγά, δεύτερη χρονιά που πήγαινα μονάχος στη θάλασσα, φέτος δηλαδή, ξέκοψα, ούτε πού τις πλησίαζα.
Και όχι μονάχα αυτό, παρά απομακρυνόμουν όσο γινόταν από κοντά τους γιατί, ξέχωρα από τ’ ότι ήσαν όλες χοντρές, κακάριζαν σαν τις κότες με κάτι αστεία αηδίες, κολάτσιζαν τον περίδρομο στον ίσκιο των πεύκων και ντρεπόμουν να είμαι μαζί τους.





Τότε έμπαινα, συχνά αυθαίρετα, σε παρέες μεγαλύτερων, αγοριών και κοριτσιών, που ρούφαγα αμίλητος τις κουβέντες τους. Πολλές φορές με δούλευαν κιόλας, γέλαγαν σε βάρος μου. Τότε έκανα πως θύμωνα, μα κατά βάθος μου άρεσε που, μεγάλοι αυτοί, ασχολούνταν μαζί μου.
Αν ήξερα κάτι απ’ όσα λέγανε πεταγόμουν γρήγορα να προφτάσω να το πω, να δείξω πως ξέρω περισσότερα απ’ όσα άλλοι στην ηλικία μου, άρα έπρεπε να με κάνουν παρέα. Και όσο γέλαγαν ή δεν μου έδιναν σημασία –το χειρότερο!-, τόσο πείσμωνα.....

Απόσπασμα από το διήγημα "Υψηλόν βαρομετρικόν" (1997)


Ο Δημήτρης Χίλιος γεννήθηκε στο Επιτάλιο της Ηλείας το 1960.
Σπούδασε δημοσιογραφία και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά. 
Κατ’ αρχήν διέπραξε έρευνες, χρονογραφήματα, επετειακά και ιστορικά αφιερώματα, προπονούμενος για σοβαρός συγγραφέας. 
Στη συνέχεια το γλύκανε με σχόλια επί παντός του επιστητού, κείμενα για το θέατρο, την τηλεόραση.
Μόλις ο κύκλος των δημοσιευμάτων έκλεισε,
 βάλθηκε να γράφει και να σκίζει κατ΄οίκον και προς ιδίαν τέρψιν.
Εργάζεται στην Εθνική Πινακοθήκη.
Καταγινόμενος με το διήγημα συμμετείχε σε ομαδικές εκδόσεις, 
ενώ το 1995 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του
 Το Συγκέσιο, επτά ηθογραφικά διηγήματα.

Το 2001 από τις εκδόσεις Πατάκη 
κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα 
Με το σφύριγμα του τραίνου, 
μια καταγραφή της καθημερινότητας στην ελληνική επαρχία 
στα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Τα Χάρτινα φιλιά είναι η δεύτερή του απόπειρα.






Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

"Κόκκινη Κλωστή Δεμένη" - Δημήτρης Χίλιος


Κόκκινη Κλωστή Δεμένη
Απόσπασμα διηγήματος, μέρους 
της ανέκδοτης συλλογής του Δημήτρη Χίλιου 
«Και τα ρέστα, παγωτά».

Φίλιππος όμιλος (http://www.epitaliotes.gr/photos.php)
Τις μέρες που διαρκούσε ο ιππόδρομος, 
οργανωμένος από τον «Φίλιππο όμιλο», 
μεγάλο γεγονός για την περιοχή, 
εκεί στην αρχή του καλοκαιριού πριν σφίξουν οι ζέστες, 
καθώς επίσης και στο πανηγύρι, κατά τα τέλη αυτό, 
σαν ήταν η σταφίδα ακόμη απλωμένη στ' αλώνια, 
τότε έρχονταν μπουζούκια κι αραδιάζονταν 
πάγκοι με γουρουνοπούλα στην αγορά. 
Λόγος για να καταναλωθούν μπύρες άφθονες. έτσι, 
για να συμπληρωθούν και με νυχτερινή διασκέδαση οι εκδηλώσεις.
Ένα πατάρι στημένο πάνω σε τελάρα, 
κλεισμένο πίσω και σκεπασμένο με σταφιδόπανο που σχημάτιζε πάνω έναν ουρανό λίγο σακκουλιασμένον είναι η αλήθεια, 
μα απαραίτητο για να μην επηρεάζει η υγρασία 
την απόδοση των καλλιτεχνών. 

Γύρω-γύρω κρεμασμένες από τη μια φούρκα στην άλλη λάμπες, 
για να κάνει πιο γιορταστικό, που έριχναν ένα ξέψυχο φως, κιτρινιάρικο.
Πάνω στο πατάρι κάτι κλαριτζήδες πολύ μελαχροινοί, κατράμι μοναχό, όργανα μουσικά, μπουζούκια, κιθάρες, ακορντεόν και τουμπερλέκια, μικρόφωνα και καλώδια. Καταμεσής του παταριού δυο-τρεις τραγουδίστριες, χορεύτριες τις λέγαμε, με κάτι κοντά φουστάνια μέχρι τον καβάλο της κυλόττας, το ντέφι στο χέρι απαραίτητο, όλο νάζια και σκέρτσα χορευτικά.

Σουξέ της εποχής
Πετραδάκι-πετραδάκι για τα σένα το 'χτισα,
’νοιξε πέτρα για να μπω, αντί για λύπη πρέπει, πρέπει στα μαύρα να ντυθώ,
Μάγισσες φέρτε βότανα τον πόνο μου να γειάνω,
 Μήπως είσαι ερωτευμένος κι οι ματιές σου είναι θολές, παντρεμένος, χωρισμένος, ντρέπεσαι και δεν το λες; Γιατί δεν μας το λες; 
Καφενείο του Γερολύγκου, στη γωνία κάτω από τη μουριά.
Στο πάλκο διακρίνονται: ο Νίκος Μπρης στο μπουζούκι, δίπλα του η Ντιάνα που τραγούδαγε υπέροχα επιτυχίες της Μαρινέλλας, (τέτοια επανεκτέλεση του «Άνοιξε πέτρα δεν ξαναακούστηκε)

Κι ύστερα έβγαινε η Ντιάνα,
 σοβαρή αυτή, με βραδινά φορέματα
κι έλεγε τα σουξέ της Μαρινέλλας
εντυπωσιακά πολύ είναι η αλήθεια.
Ακολουθούσε ένα διάλειμμα παραγγελιών με χορούς και ώπα, δώστου οι τραγιάσκες να πηδούν μέχρι τα κλαριά της μουριάς του Γερολύγκου.
Κατόπιν οι αποδέλοιπες ντιζέζ,
οι πιο ταμπεραμεντόζες, αρπάζανε τα μικρόφωνα 
και το ρίχνανε στα επίκαιρα.
Πίσω από τις καλαμιές σ' είδα στον ύπνο μου εχθές...
 Καθότι από καλαμιές στην περιοχή τότε άλλο τίποτα.
Στεκόμαστε γύρω μέχρι περασμένα μεσάνυχτα με το μάτι γαρίδα. 
Κι ώσπου να μας τραβήξουν από τ' αυτί για το κρεββάτι, 
το μάτι από τα τριζάτα μπούτια δεν ξεκόλλαγε.
Το άλλο απόγευμα στήναμε δικό μας 
μουσικοχορευτικό συγκρότημα στην αυλή. 

Τα μπουζούκια.
Καφάσια και σανίδια για πατάρι, ένα καλάμι μπηγμένο στην τρύπα τούβλου με το τρυπητό από το ποτιστήρι να παριστάνει το μικρόφωνο δεμένο με σπάγκο, το καλώδιο απαραίτητο εξάρτημα. Αυτοσχέδιες κιθάρες, μπουζούκια και ταμπούρλα, εκτός απ' το τραγούδι παίζαμε με το στόμα και τους ήχους των οργάνων.
Ταν τιριριρι, ταν τιριριρι, ταν τιριριριρι,
 η συνήθης πεννιά για την έναρξη.
 Και ύστερα Κυρα-Γιώργαινα -τι ρι τιν- ο Γιώργος σου που πααάεει; -τι ρι τιν- Για πού το 'βαλε και πού το ξενυχτάει; έβαλε το σκούρο του, άναψε το πούρο του...

Και φυσικά από την παράσταση δεν έλειπαν οι χορεύτριες. Κάτι μελαχροινά κορίτσια μεγαλύτερα, αγαπημένο τους παιχνίδι ήταν οι γιατροί, αυτές επιστρατεύαμε για ντιζέζ.
Λέγανε κάτι τραγούδια της Βούλας Πάλλα και της Μαριάννας Χατζοπούλου,
Νυφούλα σε στολίζουνε οι φίλες σου και χαίρονται,
 Ζαφείρα-Ζαφείρα, σ' αγάπησα σε πήρα,
ύστερα άλλα πιο αβανταδόρικα για χορό, όπως
Έχεις άντρα μάλαμα που δεν έχει αντάλλαγμα, τέτοια.
 όταν τελειώναμε εμείς τα δικά μας, γιατί μέχρι τότε χόρευαν ασταμάτητα.
Για να είναι μάλιστα στο ρόλο τους πειστικές, γδύνονταν πίσω από την καπονέρα και φόραγαν από μια σακκούλα πλαστική ψαλιδισμένη στο κάτω μέρος, ίδια με φόρεμα πολύ κοντό, άρπαζαν ένα παλιό καπάκι κατσαρόλας για ντέφι που το χτύπαγαν ρυθμικά στο πανηγυριώτικο δαχτυλίδι με τη μπλε χάντρα και ξεχύνονταν στην πίστα. η καλύτερή τους.
Με τούτα και με κείνα πώς και πώς περιμέναμε το πανηγύρι, τόσον κόσμο μαζεμένο, ξένους μάλιστα που καταφτάνανε με κάθε μέσο για να προσκυνήσουν τη χάρη Της, μόνο μια φορά το χρόνο βλέπαμε. Μας φαινόταν η σύναξη της ανθρωπότητας ολάκερης.
Στο πανηγύρι αγοράζαμε από τους αραδιασμένους στην ανηφόρα για το μοναστήρι πάγκους κανένα παιχνίδι ύστερα από κλάματα και παρακαλετό ατέλειωτο, το ξεκάναμε την άλλη μέρα, τόσο κράταγαν αυτά. Πανηγυριώτικα, σκάρτο πράμα, αποφαίνονταν για να μας ξεφορτωθούν, περισσότερο για να μην ξαναζητήσουμε. και ησυχάζαμε.

Δημήτρης Χίλιος

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Μεγάλη Τρίτη - Κασσιανή

    H Ιστορία της Κασσιανής

 Μποτιτσέλι

" Είναι γνωστή από τους Βυζαντινούς χρονογράφους η ιστορία κατά την οποία το 830 μ.Χ. η μητρυιά του Θεόφιλου, Ευφροσύνη, θέλοντας να βρει άξια σύζυγο στο θετό γιο της  έστειλε εντολή σε όλα τα θέματα, τις διοικητικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας, να συγκεντρωθούν οι ωραιότερες κοπέλες και να παρουσιαστούν στο παλάτι. Ανάμεσα στις δώδεκα κόρες που ορίστηκαν ως υποψήφιες και που κατάγονταν από τις ευγενέστερες οικογένειες, ξεχώρισαν δύο: η Κασσία, κόρη εξαίσιας ομορφιάς, η οποία καταγόταν από οικογένεια ευπατρίδων και η αρχόντισσα επίσης Θεοδώρα.  
        
«Πήρε το χρυσό μήλο ό Θεόφιλος καί μαζί με την μητρυιά του μπήκε στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής, οπού ήταν συγκεντρωμένες οι υποψήφιες καί όλοι οι παλατιανοί αξιωματούχοι. Όλοι υποκλίθηκαν μπροστά στο βασιλιά καί την βασιλομήτορα. Ό Θεόφιλος προχώρησε μόνος στο μέρος πού ήταν οι αρχοντοπούλες καί στάθηκε για λίγο σαν να ήταν έτοιμος να δώσει το χρυσό μήλο σε μια από τίς νέες. “Εμεινε εκεί καί όλοι τότε είπαν, ότι, να, ό Θεόφιλος θα δώσει το χρυσό μήλο στην νέα Αύγούστα την Εικασία, “ωραιότατη πάνυ”… Καί κείνη πίστεψε, για μια στιγμή, ότι σε λίγο θα ήταν ή Αυγούστα.
           
…Άλλά το ύφος του Θεοφίλου γίνεται ξαφνικά υπεροπτικό, προκλητικό… Της Εικασίας το πρόσωπο γαλήνιο, ήρεμο, πράο. Σά να προσεύχεται.. Ό,τι αποφασίσει ό Θεός… Οι άλλοι πιστεύουν, ότι αυτό οφείλεται στη σιγουριά, ότι αύτη θα κάνει γυναίκα του ό Θεόφιλος. 
“Η σίγουρη για την εκλογή της είναι ή τίποτε άλλο συμβαίνει." 
Ποιος μπορεί να το γνωρίζει...
-Eκ γυναικός ερρύη τα φαύλα 
Από τη γυναίκα πηγάζουν τα κακά,της λέει ξαφνικά 
ό Θεόφιλος, εννοώντας την Εύα.
-Ναι, αλλά καί από την γυναίκα πηγάζουν τα καλά, 
Αλλ’ ως εκ γυναικός πηγάζει τα κρείτω 

αποκρίνεται ή Εικασία με ηρεμία και εννοούσε τη  Θεοτόκο.
Σά να έπεσε αστροπελέκι μέσα στην αίθουσα. Όλοι πάγωσαν.
…Δέν πέρασε όμως ούτε στιγμή. 
Ό Θεόφιλος,κοιτάζοντας πάντοτε την Εικασία, 
δίνει το χρυσό μήλο στη Θεοδώρα. 
Όλοι ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. 
Στίς ίδιες πού ήταν έτοιμες να ξεσπάσουν καί για την Εικασία. 
Μόνο το όνομα άλλαξαν. Καί ή ζωή ξαναπήρε, μέσα στο παλάτι,το δρόμο της…

                      
(Κ. Σαρδελή «Καί έγένετο φως Κύριλλος καί Μεθόδιος»Εκδ. «Αστέρας»1991 )
                         
 Στη συνέχεια η Κασσιανή έγινε μοναχή.
Έδωσε την περιουσία της για να κτισθεί η περίφημη τότε μονή «Εικασίας της μοναχής».
Στο Μοναστήρι η Κασσιανή έγραψε πολλά ποιήματα. Επίσης έγραψε και άλλα συγγράμματα και συλλογές, προ πάντων όμως πάρα πολλά τροπάρια, ιδιόμελα, εκκλησιαστικούς ύμνους κ.λ.π.




Η  Κασσιανή θαύμαζε πολύ την  πράξη 
της μύρωσης των ποδών του Χριστού 
από μία γυναίκα της Γαλιλαίας, λίγες ημέρες πριν τη Σταύρωση, 
εμπνεύστηκε  και συνέθεσε το πασίγνωστο σχετικό τροπάριο .
         Στην Κασσιανή ανήκουν και οι  τέσσερις πρώτοι ειρμοί του Κανόνα του Μεγ. Σαββάτου «Κύματι θαλάσσης», «Σε τον επί υδάτων», «Την εν σταυρώ σου θείαν κένωσιν», «Θεοφανείας σου Χριστέ». Επίσης το Δοξαστικόν του εσπερινού των Χριστουγέννων «Αύγουστου μοναρχήσαντος επί της γης» είναι δικό της, όπως και άλλοι ύμνοι και γνωμικά.

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω
τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις
ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν
κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους
τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σήν δούλην παρίδης, 
Ο αμέτρητον έχων το έλεος.


Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:
Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
 και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος.
 
 (Φώτη Κόντογλου μεταγραφή)

Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή,
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου!
Μα, ω Κύριε, πως η θεότη Σου μιλά
μεσ’ στην καρδιά μου!
Κύριε,
προτού Σε κρύψει η εντάφια γη,
λουλούδια από την δροσαυγήν επήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
Σου φέρνω μύρα.
Οίστρος με δέρνει ακολασίας, νυχτιά,
σκοτάδι αφέγγαρο, άναστρο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά,
με καίει, με λιώνει…
Εσύ, που από τα πέλαγα
τα νερά τα υψώνεις νέφη,
πάρε τα, Έρωτά μου,
κυλούν κι είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.
Γύρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ, που δέχτηκες και γείραν
άφταστα ως εδώ κάτω οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.
Τ’ άχραντά Σου πόδια,
βασιλιά μου Εσύ,
θα πέσω και θα τα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα τα σφουγγίσω!
Τ’ άκουσεν η Εύα μεσ’ στο δειλινό
της Παράδεισος φως, ν’ αντιχτυπάνε
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε: πονώ!
Σώσε, έλεος κάνε!
Ψυχοσώστα, οι αμαρτίες μου λαός,
τ’ αξεδιάλυτα ποιος θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός,
άβυσσο η κρίση.

Κωστής Παλαμάς





Κύριε, αυτή που σε πολλές κυλίστηκε αμαρτίες
τη Θεϊκή σαν ένοιωσε τη χάρη Σου, η γυναίκα,

και παίρνοντας τη θέση την τιμητική της μυροφόρας,

μύρα σε σένα φέρνει μ’ οδυρμούς, πριν από την ταφή Σου.

Αλλοίμονο, ομολογώ πως με τυλίγει νύχτα

το πλανερό οιστρηλάτημα φριχτής ακολασίας

και ζοφερός κι ασέληνος έρωτας αμαρτίας.

Δέξου θυσία τις πληγές από τα δάκρυά μου

Συ το νερό που φέρνεις στις νεφέλες

και της καρδιάς μου λύγισε τον πόνο. Εσύ που κλείνεις

στην απεραντωσύνη Σου, την άσωστη, τα ουράνια.

Τ΄ αμόλευτα τα πόδια Σου θα τα καταφιλήσω

κι υγρά με τα μαλλάκια μου θα τα σκουπίσω πάλι.

Αυτά που η Εύα το δείλι στον παράδεισο

σαν άκουσαν τα’ αυτιά της, κρύφτηκε φοβισμένη.

Απ’ τα πολλά αμαρτήματα κι αβύσσους των κριμάτων,

Σωτήρα ψυχοσώστη μου, ποιός θα μ’ απολυτρώσει;

Εμένα απ’ τη φροντίδα Σου, την έρημη, μην αφήσεις,

εσύ που δεν μετράς ποτέ σαν δίνεις το έλεός Σου.

                                                      Δημήτρης Χίλιος
(Παραθέτουμε, με δέος κι επιφυλάξεις
μια απόπειρα ελεύθερης και κατά το δυνατόν
πιστής απόδοσης του περιεχομένου.Δημήτρης Χίλιος)








Το ποίημα της Κασσιανής
«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις
περιπεσούσα γυνή»,
ως μουσικό έργο της βυζαντινής μουσικής,
μας παραδόθηκε από τον μεγάλο μελοποιό του 18ου αιώνα
τον Πέτρο Πελοποννήσιο τον Λαμπαδάριο (θ. 1777).
Όπως έχει σωστά γραφτεί, 
«ο Πέτρος εφιλοτιμήθη
να συναγωνισθή την ποιητικήν τέχνην
με την τέχνην της μουσικής».
Το έργο θεωρείται κλασικό.
Η παραπάνω έξοχη σύντμηση και μεταγραφή
είναι του από τον Μανώλη Χατζημάρκου


Και η ...κόμικς εκδοχή, από τα κλασικά εικονογραφημένα...

http://www.mycomics.gr/women/cassiani.htm