Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτάκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτάκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Πρώτη μέρα στο σχολείο -Άλκη Ζέη


Τον μακρινό εκείνο καιρό που πήγα στην πρώτη Δημοτικού δεν είχανε εφευρεθεί ακόμα τα μπικ όπως και πολλά άλλα. Γράφαμε σε πλάκα με κονδύλι κι ένα σφουγγαράκι για να σβήνουμε. Το άλφα όμως και το όμικρον ήτανε ολόιδια όπως και τώρα. Φορούσαμε μπλε ποδιές με άσπρο γιακαδάκι και καλτσάκια που φτάνανε στη μέση της γάμπας – τα σοσονάκια εφευρέθηκαν αργότερα. Τόσο παλιά είμαι! Πρώτη Οκτωβρίου, πρώτη μέρα στο σχολείο.

Δεν ξεχνιέται ποτέ αυτή η μέρα. Μέναμε στο Μαρούσι και λίγες μέρες πριν ανοίξει το σχολείο, πήγαμε με τη μαμά μας η αδελφή μου κι εγώ στην Αθήνα στην οδό Ερμού στο χαρτοπωλείο Πάλλη και Κοτζιά ν’ αγοράσουμε σάκες, κασετίνες κι ό,τι άλλο χρειαζότανε για το σχολείο. Η αδελφή μου, παρ’ ότι ήτανε πιο μεγάλη κι έπρεπε να πάει στη Δευτέρα Δημοτικού, πήγαινε κι αυτή πρώτη φορά σχολείο.
Πριν μέναμε στη Σάμο κι ο παππούς μας έκανε μάθημα στην αδελφή μου κι’ έτσι, όταν ήρθαμε στο Μαρούσι, έδωσε εξετάσεις ως «διδαχθείσα κατ’ οίκον» και πέρασε κατευθείαν στη Δευτέρα.

Θα πηγαίναμε σ’ ένα μικρό ιδιωτικό σχολείο, που ήτανε πολύ κοντά στο σπίτι. Εκείνη όμως την πρώτη μέρα μάς συνόδεψε η μαμά και μια υπηρέτρια που είχαμε γιατί ήθελε, λέει, να μας καμαρώσει σαν μαθήτριες, αυτή που δεν είχε περάσει το κατώφλι κανενός σχολείου και το είχε καημό. Η αδελφή μου το έπαιζε ξένοιαστη, εμένα όμως η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά από αγωνία μα και απόλυτη χαρά γιατί περίμενα ανυπόμονα αυτή τη μέρα.

Βρισκόμαστε στην αυλή του σχολείου. Η αδελφή μου έχει πιάσει κιόλας ψιλοκουβέντα με άλλα κορίτσια, λες και τα γνώριζε από καιρό. Εγώ στεκόμουνα με τα χέρια κρεμασμένα και περίμενα μήπως με πλησιάσει κανένα παιδί. Στάθηκε δίπλα μου ένα αγόρι. Θα με περνούσε τουλάχιστον ένα κεφάλι. Πρόσεξα πως ήτανε πολύ άσπρος – εγώ μαυροτσούκαλο από τα μπάνια στη Σάμο.Τα μάτια του καταγάλανα.
– Είσαι της πρώτης; με ρώτησε.
– Ναι, κατάφερα μόλις να ψιθυρίσω.
Εν τω μεταξύ, είχανε βγει στην αυλή ο διευθυντής και οι δάσκαλοι. Ο διευθυντής σφύριξε με μια σφυρίχτρα.
– Στοιχιθείτε! φώναξε. Κάθε τάξη σε ξεχωριστή γραμμή. Εγώ ακούνητη. Το άσπρο αγόρι μ’ έπιασε από το χέρι και… στοιχιθήκαμε δυο δυο πίσω από άλλα παιδιά, που ήτανε κι’αυτά της πρώτης. Ο διευθυντής και οι δάσκαλοι στέκονταν πίσω από ένα τραπέζι που ήτανε σκεπασμένο με άσπρο τραπεζομάντιλο κι απάνω είχε κάτι που έμοιαζε με γυάλινο βάζο γεμάτο σκέτο νερό και δίπλα ακουμπισμένο ένα ματσάκι βασιλικός.

– Ησυχία! φώναξε ο διευθυντής. Οι ψίθυροι σταμάτησαν κι ήρθε μπροστά στο τραπέζι και στάθηκε ένας παπάς. Βούτηξε το ματσάκι το βασιλικό μέσα στο βάζο κι άρχισε μετά να το κουνάει και να μας ραντίζει ψέλνοντας. Πάνω στη μύτη του είχε καθήσει μια μύγα. Κουνούσε το κεφάλι του μα κείνη δεν έλεγε να φύγει και τότε της έδωσε μια με το ματσάκι και πέταξε. Τότε ο διευθυντής κούνησε το χέρι του προς τις άλλες τάξεις, εκτός από τη δική μας, και τα παιδιά άρχισαν να τραγουδάνε με τσιριχτές παράφωνες φωνές.

«Γλυκό του κόσμου στήριγμα αθάνατη Μαρία,
εσύ που ακούς τη δέηση που υψώνουν τα παιδία….» κι ύστερα δεν καταλάβαινα τι έλεγαν, τόσο φώναζαν και το άσπρο παιδί γύρισε και με κοίταξε και χαμογελούσε.
Τέλειωσε το τραγούδι και εμφανίστηκε κάποιος που μου φάνηκε γέρος, φορούσε μια μπλε ποδιά που κούμπωνε μπροστά και του έφτανε ώς τα γόνατα. Από κάτω κρεμότανε ένα τσαλακωμένο ριγέ παντελόνι και στα πόδια είχε κάτι στραβοπατημένα παπούτσια. Κρατούσε στο χέρι ένα μεγάλο κουδούνι. Μόλις τον είδαν τα παιδιά φώναξαν,
– Ο κώδων, ο κώδων.
Και τότε εκείνος άρχισε να κουνάει τον «κώδων» πέρα δώθε και να χτυπάει δυνατά.
– Και τώρα στις τάξεις σας, είπε ο διευθυντής.
Μπήκαμε σε μια τάξη που έγραφε απέξω σε μια ταμπελίτσα «Πρώτη Δημοτικού». Τα παιδιά σπρωχνόντανε να καθίσουν δύο δύο στα θρανία. Εγώ περίσσεψα και δεν ήξερα τι να κάνω, η μόνη άδεια θέση ήτανε πλάι στο άσπρο παιδί. Κείνη την ώρα μπήκε μέσα μια κοπέλα, πολύ όμορφη. Φορούσε άσπρη κεντητή μπλούζα και μπλε φούστα.
– Παιδιά, ησυχία! Είμαι η δασκάλα σας, με λένε Νίνα. Τα μουρμουρητά σταμάτησαν. Εκείνη γύρισε σε μένα.
– Εσύ, κοριτσάκι, γιατί στέκεις όρθια; Κοίταξε γύρω γύρω και είδε το θρανίο που καθότανε το άσπρο παιδί.
– Κάθισε για την ώρα στο δεύτερο θρανίο κι όταν σας γνωρίσω, θα δω πώς θα καθίσετε.
Πήγα και κάθισα πλάι στο άσπρο παιδί, που είχε τόσο μακριά πόδια και καθότανε λοξά κι έπιανε σχεδόν όλο το θρανίο. Τραβήχτηκε λίγο και μου έκανε χώρο. Η κυρία Νίνα άρχισε να διαβάζει τον κατάλογο με τα ονόματά μας. Το άσπρο παιδί το λέγανε Ανδρέα Μενδράκο.
– Παρών, φώναξε με μια λεπτή φωνή μόλις άκουσε το όνομά του.
– Θα σας φωνάζω μόλις τα μάθω με τα μικρά σας ονόματα, είπε η κυρία Νίνα και την αγαπήσαμε αμέσως. Βγάλαμε τις πλάκες μας και γράφαμε με το κονδύλι κουλουράκια και μπαστουνάκια. Μια στιγμή κοίταξα τον Ανδρέα Μενδράκο, που έβγαλε από την τσάντα του μια κασετίνα. Μα τι κασετίνα! Στου Πάλλη και Κοτζιά σίγουρα δεν είχανε τέτοιες.
Ήτανε καφέ σκούρα, δερμάτινη κι έκλεινε με μια χρυσή κλειδαριά μ’ ένα μικροσκοπικό κλειδάκι. Εκείνος πήρε είδηση πως την κοίταζα και μου είπε ψιθυριστά:
– Είναι από τη βυσσινιά.
Αυτό τουλάχιστον κατάλαβα. Μα πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν βυσσινιές που να κάνουν κασετίνες! Στο διάλειμμα, μου τα εξήγησε όλα. Ητανε από την Αβησσυνία. Εκεί γεννήθηκε αυτός. Ο πατέρας του δούλευε σε μια ξένη εταιρεία. Πέρυσι, όμως, ήρθανε στην Ελλάδα.
Απόρησα πώς γίνεται από την Αβησσυνία και να είναι τόσο άσπρος. Αφού όλοι εκεί είναι μαύροι. Ακόμα κι ο Χαϊλέ Σελασιέ, ο βασιλιάς τους που είδαμε στα επίκαιρα όταν πήγαμε στον κινηματογράφο να δούμε τη Σίρλεϊ Τεμπλ. Δεν τον ρώτησα όμως.

Γίναμε φίλοι. Δεν ξέρω γιατί εκείνος δεν έπαιζε στο διάλειμμα με τ’ αγόρια, ούτε μπάλα ούτε ξυλίκι.
Μόνο στεκότανε όρθιος κάτω από μια σκιά -μα καλά, πώς έκανε στην Αβησσυνία με τον ήλιο- κι αν δεν τον πλησίαζα εγώ δεν θα μιλούσε με κανέναν. Δεν μπορούσα, όμως, όλη ώρα να είμαι κοντά του. Έπιασα φιλίες με ένα σωρό κοριτσάκια. Κι όταν περνούσε ολόκληρο το διάλειμμα χωρίς να τον πλησιάσω, μόλις άκουγα τον «κώδων» να χτυπάει έτρεχα κοντά του και τον έπιανα από το χέρι να μπούμε μαζί στην τάξη.
– Θες να σου χαρίσω την κασετίνα; μου είπε μια μέρα πριν κλείσει το σχολείο για τις διακοπές του Πάσχα.
– Εγώ τά  ‘χασα και δεν απάντησα.
– Καλά, πάρ’ τη δανεική στις διακοπές, έκανε και μου την έβαλε στα χέρια.
Μετά τις διακοπές ο Ανδρέας Μενδράκος, το άσπρο αγόρι από την Αβησσυνία, δεν ξαναγύρισε σχολείο. Η κυρία Νίνα μάς είπε ότι αρρώστησε και μια μέρα μπήκε στην τάξη με κατακόκκινα μάτια.
– Ας σηκωθούμε όλοι όρθιοι κι ας μείνουμε βουβοί κι ας σκεφτούμε ένα λεπτό τον Ανδρέα. Δεν θα τον ξαναδούμε. Ως το τέλος του χρόνου έμεινα μόνη στο θρανίο με τη δερμάτινη κασετίνα και το χρυσό κούμπωμα. Από την πρώτη Δημοτικού θυμάμαι τον Ανδρέα Μενδράκο, τη δασκάλα μας την κυρία Νίνα, α, και τη μύγα που έδιωχνε ο παπάς από τη μύτη του με το ματσάκι τον βασιλικό.

http://www.presspublica.gr




«Το σχολείο θέλει χιούμορ και φαντασία» - Ευγένιος Τριβιζάς


Είναι εξερευνητής, εφευρέτης, ταχυδακτυλουργός και ζογκλέρ μελάτων αυγών. Έχει ανακαλύψει το Νησί των Πυροτεχνημάτων, τη Φρουτοπία, το Κουνουπακιστάν, το Πιπερού, τη Χώρα των Χαμένων Χαρταετών, το Γαλαξία των Λέξεων και την Πολιτεία με όλα τα Χρώματα εκτός από το Ροζ.
Ο Ευγένιος ζει στο Νησί των Πυροτεχνημάτων με τον παπαγάλο του τη Σύνθια, τον άσπρο ελέφαντα τον Πουκιπόν, τον Οράτιο το αόρατο πράσινο καγκουρό, τον Πελέ τον ταχυδρομικό πελεκάνο, τον Παντελή τον απότομο ιπποπόταμο και τη Λιλή την παρδαλή λεοπάρδαλη. Κάθε τόσο μαζί με τους φίλους του τον κάπτεν- Βαρθολομαίο Μπορφίν και τον Αλέξη Πτωτιστή ταξιδεύουν στα πέρατα του κόσμου, σώζουνε πριγκίπισσες  από δράκους και δράκους από πρίγκιπες και προσπαθούν να βρούνε το χαμένο όγδοο χρώμα του ουράνιου τόξου.Τι καλύτερο για τη νέα σχολική χρονιά από τη φαντασία και την έμπνευση του Ευγένιου Τριβιζά.
– Τι κάνει ο δάσκαλος όταν βλέπει ορθογραφικά λάθη;
«Σκέφτεται ότι σοβαρότερα από τα ορθογραφικά είναι τα λάθη της ζωής και από αυτά πρέπει να προφυλάξει κυρίως τους μαθητές του».
– Το πιο πολύτιμο δώρο για τα παιδιά;
«Ο χρόνος που τους αφιερώνουμε».
– Γιατί βαριούνται τα παιδιά στην τάξη;
«Επειδή τα μαθήματα είναι ως επί το πλείστον κουραστικά και βαρετά. Η διαδικασία της μάθησης θα μπορούσε να γίνει πολύ πιο ελκυστική αν μπολιαζόταν με χιούμορ και φαντασία».
– Το μάθημα των Θρησκευτικών πώς θα το ξεκινούσατε;
«Ο Θεός να βάλει το χέρι του».
– Τι συμβαίνει όταν πεθαίνει η παιδικότητα;
«Δεν πεθαίνει. Κρύβεται ντροπιασμένη ή φοβισμένη και περιμένει τη στιγμή που θα απαλλαγούμε από την έπαρση της σοβαροφάνειας».
– Σε τι έχουμε αλλάξει από την εποχή που ήμασταν παιδιά;
«Όταν ήμασταν παιδιά, ψάχναμε με τις ώρες για να βρούμε τετράφυλλα τριφύλλια. Τώρα που μεγαλώσαμε, ψάχνουμε με τις ώρες για να βρούμε ταξί. Όταν ήμασταν παιδιά, ελπίζαμε να γίνει ένα θαύμα και να πέσει στα χέρια μας ένα πεφταστέρι. Τώρα που μεγαλώσαμε, ελπίζουμε να γίνει ένα θαύμα και να μας πέσει η πίεση».
– Σε μια σχολική κασετίνα τι υλικά θα βάζατε;
«Μια γόμα που σβήνει τα δάκρυα και μια ξύστρα για ουρανοξύστες».
– Πού έχει φτάσει το σκορ στην αναμέτρηση του «Πανχελωνιακού εναντίον της Λαγουδένιας Λαίλαπας»;
«Ο Πανχελωνιακός εξακολουθεί να θριαμβεύει. Η ιστορία του θρυλικού ματς με τη Λαγουδένια Λαίλαπα θα κυκλοφορήσει σύντομα σε νέα εμπλουτισμένη έκδοση από τις εκδόσεις Καλέντη».
– Πότε τα φύκια μεταμορφώνονται σε μεταξωτές κορδέλες;
«Όταν τα μαζεύουν το ηλιοβασίλεμα ερωτευμένες γοργόνες για να στολίσουν τα μαλλιά τους».
– Γιατί δεν δίνουν Όσκαρ στους πολιτικούς;
«Για να μην επισύρουν την προσοχή του κοινού στο υποκριτικό τους ταλέντο».
– Τους «Δραπέτες της σκακιέρας» σε ποιους θα τους αφιερώνατε;
«Σε όλους αυτούς που αρνούνται να γίνουν ρομπότ ή πιόνια».
– Και σε ποιον θα αφιερώνατε το «Αν σου πέσει ένα βουβάλι στο κεφάλι», το τελευταίο σας βιβλίο στη σειρά «Παραμύθια Ντορεμύθια»;
«Σε όσους λαχταρούν να ξαναβρούν τη χαμένη τους αισιοδοξία. Γι’ αυτό άλλωστε έχει τον υπότιτλο “Το βιβλίο της αισιοδοξίας”».
– Αν ήταν παραμύθι η κρίση, πώς θα τελείωνε;
«Ζήσανε αυτοί καλά και εμείς χειρότερα».
-Τελικά ποιο είναι το επάγγελμά σας; Εφευρέτης, ταχυδακτυλουργός ή ζογκλέρμελάτων αβγών;
«Το μόνο σίγουρο είναι ότι γράφω παραμύθια. Και μέσα από αυτά αλλάζω ειδικότητες».
-Από τα λεγόμενά σας λοιπόν συγγραφέας δεν είναι ένα ακόμη επάγγελμα;
«Μα και βέβαια όχι. Και έτσι θα έπρεπε να ήταν όλα τα επαγγέλματα. Δεν πρέπει να βλέπουμε τη δουλειά ως αγγαρεία αλλά ως ικανοποίηση».
–Πόσες χώρες έχετε ανακαλύψει;
«Γύρω στις 484. Η πιο γνωστή από όλες η Φρουτοπία. Το Αβγανιστάν, το Κουφέιτ, το Νησί των Πυροτεχνημάτων, καθώς και το Άνω και Κάτω Βόλτα. Στο Άνω μένουν αυτοί που έχουν πάρει την κάτω βόλτα και αντίστροφα».
-Η πιο γνωστή εφεύρεσή σας;
«Ο γαργαλιός. Ενα μηχάνημα που σε γαργαλάει όταν είσαι λυπημένος και σε κάνει να γελάς».
-Μια εφεύρεση που θα έλυνε τα χέρια των Αθηναίων;
«Ο ταξιμαγνήτης. όποιος τον κρατάει τα ταξί αισθάνονται μια ακαταμάχητη έλξη προς το μέρος του».
-Και η τελευταία σας εφεύρεση;
«Το ελαφρύδι».
-Μας διευκρινίζετε για τι ακριβώς πρόκειται;
«Το αντίθετο από το βαρύδι. Τα κάνει όλα ανάλαφρα. Ξέρετε, ταξιδεύω πολύ συχνά· βάζω λοιπόν ένα – δύο ελαφρύδια στη βαλίτσα μου και τη σηκώνω με μεγάλη ευκολία».
-Ποιο μέσο χρησιμοποιείται συνήθως στις μετακινήσεις σας;
«Το ιπτάμενο κρουασάν».
-Με τι γράφετε τα βιβλία σας;
«Με φτερό παγονιού βουτηγμένο σε μελάνι ασημένιας σουπιάς».
-Όλοι κρύβουμε ένα παιδί μέσα μας;
Όταν η παιδικότητα πεθαίνει, το πτώμα της το αποκαλούμε «ενηλικίωση» είχε κάποιος σχολιάσει. Το τραγικό είναι ότι συχνά χάνουμε την παιδικότητά μας χωρίς να αποκτήσουμε ωριμότητα. Ευτυχώς ποτέ δεν είναι αργά να απαλλαγούμε από τις παρωπίδες τις σοβαροφάνειας και να ξαναγίνουμε παιδιά. Να ξαναβρούμε δηλαδή τη φρεσκάδα της ματιάς, την πίστη ότι πάντα υπάρχει ελπίδα, ότι μπορούμε να νικήσουμε τους δράκους που μας απειλούν και τους γίγαντες που μας δυναστεύουν. Κι αυτό επειδή οι αναμνήσεις, τα σκιρτήματα, τα πρωτόγνωρα συναισθήματα της παιδικής μας ηλικίας δεν είναι πουκάμισο φιδιού το οποίο αποβάλλουμε όταν ενηλικιωνόμαστε, αλλά ένας θησαυρός που μας συνοδεύει σε όλη μας τη ζωή. Μπορεί τον θησαυρό να τον έχουμε παραμελήσει, αγνοήσει ή λησμονήσει, αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν εξακολουθεί να υπάρχει και να περιμένει τη στιγμή που θα τον ξαναβρούμε.


 Από: http://www.presspublica.gr/
                                                                     Συνέντευξη στον Γιώργο Κιούση


Το νερένιο φουστανάκι -Φωτεινή Στεφανίδη



   Αρχή καλοκαιριού του 1971. Στον αποχαιρετισμό για τη σχολική χρονιά, η δασκάλα της τρίτης τάξης (πού εκείνη της πρώτης…), αφού μας εύχεται στεγνά καλό καλοκαίρι και να κάνουμε  επαναλήψεις, βγάζει από την τσάντα της μια …ποδιά του σχολείου. “Σας δείχνω, παιδιά”, απευθυνόμενη μόνο στα κορίτσια, “ποια είναι η ποδιά που ορίζει για του χρόνου το Υπουργείο. Θα ήταν καλό να την προμηθευτείτε όλες”. Το Υπουργείο; Τι είναι αυτό; Ξαφνικά, η ποδιά αυτή, η αυστηρή, η σκούρα, πολύ σκούρα μπλε, σχεδόν μαύρη, χωρίς καν τον άσπρο της γιακά, ένιωθα να με καταπίνει στα ωκεάνεια βάθη της υπό το βλέμμα του Υπουργείου. Ξεκινώ για το σπίτι. Τα θροΐσματα απ’ τις λεύκες και τους ευκάλυπτους, η ευωδιά των πεύκων και τα αγριολούλουδα στα χωματένια πεζοδρόμια, μ’ έκαναν να ξεχάσω τα πάντα περί ποδιάς και Υπουργείου το ίδιο μεσημέρι. Η αμνησία εξασφαλίστηκε πλήρως με την τρίμηνη εξορία που επέβαλε όπως κάθε χρόνο η μητέρα στην τσάντα -και στις επαναλήψεις μαζί- στο πατάρι της κουζίνας.

Μέσα του Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς. “Σούλα, τρώμε πια; τι σουβλίζεις εκεί;”, ο πατέρας. Σκυμμένη στη λάμπα της αυλής, η μάνα έπλεκε κάτι λεπτό, λευκό. “Το γιακαδάκι του παιδιού για αύριο, τελειώνω, να μην είναι σκέτο..!” Ωχ, αστραπή ήρθε στο νου η μαύρη ωκεάνια ποδιά. Δεν χαλώ τη βραδιά με τίποτε. Τριζόνι, βατράχι, ο πατέρας στην κιθάρα, το καρπούζι στο μπολ, ο αδελφός μπάλα στη γειτονιά. Άχνα δεν βγάζω.

Πρώτη μέρα του σχολειού η επομένη. Εφτάμιση το πρωί, το γάλα αχνίζει, το ψωμί με το μέλι μοσχοβολά, η τσάντα γυαλισμένη σαν καινούργια, το τετράδιο ντυμένο την μπλε κόλλα και την ετικέτα ομορφοκολλημένη ψηλά ψηλά, το μολύβι καλοξυσμένο, η γομολάστιχα μπλε κόκκινη, το μπλε στυλό, η ξύστρα, και η …ποδιά στην κρεμάστρα. Τι ήταν αυτό! Τυρκουάζ σαν το νερό της πισίνας η ποπλίνα της, με ανοιχτό λαιμό, χωρίς καθόλου μανίκια, κατάλευκο γιακά πλεγμένο στο βελονάκι, και δυο λουλουδάκια κεντημένα στις σουρωτές τσέπες. Χειροποίητη από τα χέρια της. “Μαμά μου, μήπως έπρεπε να είναι μπλε;” (ποιο μπλε ακριβώς, άλλο ζήτημα). “Δεν είμαστε καλά, με αυτή τη ζέστη θα σκάσεις μέσα στα σκούρα! (Θεέ μου, εννοεί την περσινή) Πέρασες και βρογχικά, απαγορεύεται να ιδρώσεις”. Άντε να τολμήσω να πω για τη …μαύρη και άραχλη ποδιά. “Μισό λεπτό”, μου φωνάζει, και περνά στο χέρι μου το βραχιόλι με τις τυρκουάζ πετρούλες. Το σύνολο συμπληρώνουν τα πασχαλινά άσπρα παπουτσάκια με την μπαρέτα, τα φρεσκοπερασμένα με στουπέτσι.


Χτυπά το κουδούνι. Συγκεντρωνόμαστε στη γραμμή. Οι σκούρες ποδιές αγγίζουν το εβδομήντα τοις εκατό. Οι υπόλοιπες στο περσινό χρώμα, κάτι σαν της σημαίας το μπλε, οι περσινές δηλαδή αυτοπροσώπως, πλυμένες και σιδερωμένες. Και ανάμεσά τους, το τυρκουάζ όνειρο. Τελειώνει ο αγιασμός, σπρωχνόμαστε με γέλια και φωνές, κάνω το κορόιδο. Κρρ! Το ζωνάκι μαγκώθηκε, πού; ξηλώνεται και λίγο. Με τραβάει, με ψαρεύει η δασκάλα. “Καλά βρε παιδάκι μου, ας έβαζες την περσινή, τι είναι αυτό που φόρεσες; Αύριο με τον πατέρα ή τη μάνα σου εδώ.”
Τι της είπε ο πατέρας, τι έγινε, άγνωστο. Πάντως φόρεσα το νερένιο φουστανάκι όσο κράτησαν οι ζεστές μέρες δηλαδή ένα μήνα και βάλε. Κι ένα βράδυ άκουσα από το κρεβάτι μου: “Όχι που θα μαυροφορέσουμε το παιδί, μαυροφοράει όλη η Ελλάδα, φτάνει”.
της Φωτεινής Στεφανίδη
http://www.presspublica.gr


Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Το ελεφαντάκι του Γιώργου Χατζηπιερή, από το δίσκο : "Ο τεμπέλης δράκος"




Έχω ένα μικράκι, ελεφαντάκι
τετρακόσια είκοσι κιλά
τρώει εφτά κασόνια, μακαρόνια
κι όλο κάνει τούμπες και γελά

Όταν ανεβαίνει στην τραμπάλα
με πετάει ψηλά, στον ουρανό
κι όποτε βουτάει στην πισίνα
φεύγει από μέσα το νερό !


Έχω ένα μικράκι, ελεφαντάκι
τετρακόσια είκοσι κιλά
πίνει εφτά κουβάδες, λεμονάδες
κι όλο κάνει τούμπες και γελά

Παίζουμε τ’ απόγευμα στον κήπο
τρέξιμο και μπάλα και κρυφτό
κι ύστερα στο μπάνιο μου πετάει
με την προβοσκίδα το νερό

 
Φοίβος Δεληβοριάς 
 Γιώργος Χατζηπιερής
από το δίσκο
"Ο τεμπέλης δράκος και άλλες ιστορίες "
 



Ο Τεμπέλης δράκος
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Σωκράτης Μάλαμας

Ένας τεμπέλης δράκος
σε σκοτεινή σπηλιά
κοιμόταν όλη μέρα
σε περσικά χαλιά
Κι έβγαινε στην κοιλάδα
μονάχα για φαΐ
εξηνταπέντε βόδια
τα τρωε στη στιγμή
Και για να ξεδιψάσει
σερνόταν στο βουνό
έπινε δέκα λίμνες
και έναν ποταμό
Κι ερχόντουσαν ιππότες
και μπαίναν στη σπηλιά
το δράκο να σκοτώσουν
με όπλα και σπαθιά
Γι΄ αυτό έτσι ξαπλωμένος
πετούσε τις φωτιές
ν’ ανάψουνε τα ξύλα
και να ψηθεί ο καφές
Έστρωνε το τραπέζι
άναβε τα κεριά
κι έλεγε παραμύθια
για δράκους και θεριά.

*
Δέκα καβουράκια
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Δώρος Δημοσθένους
Δέκα καβουράκια
βρήκαν δέκα καραμέλες
και καθίσανε στο βράχο να τις φάνε
Μα ήρθαν τα χταπόδια τα τραβήξαν απ’ τα πόδια
και τους πήραν τα γλυκά, και στο φινάλε
έμειναν μονάχα να κοιτάν το κύμα
αχ τα καβουράκια είναι κρίμα
κι έμειναν μονάχα να κοιτάν το κύμα
αχ τα καβουράκια είναι κρίμα !!
Τρια λα ρι λα ρι λα ρι λα λοο
τρια λα ρι λα λεο
Τρια λα ρι λα ρι λα ρι λα λοο
τρια λα ρι λα ρι λα λοο
Να και μια χελώνα
που τα βλέπει να’ ναι μόνα
και τα παίρνει στη σπηλιά μες στη φωλιά της
Βγάζει απ΄τις ντουλάπες γλειφιτζούρια σοκολάτες
παγωτά γρανίτες φράουλες και τάρτες
και τα καβουράκια μας θα κάνουν πάρτι
κάτω απ’ το σπασμένο το κατάρτι
και τα καβουράκια μας θα κάνουν πάρτι
κάτω απ’ το σπασμένο το κατάρτι.
*
Το Σκουλουκούιν
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Ελευθερία Αρβανιτάκη
Έβρεξεν μες την αυλή μου
τζιε έπαιζα με τα πηλά,
τζι είδα μέσα που το χώμα θκιο ματούθκια γελαστά.
Ήταν ένα σκουλουκούι τζι ήταν όπως την κλωστήν,
ήβρεν μιαν μιτσιάν τρυπούαν
τζιε επροσπάθαν να χωστεί
Σκουλουκούιν,σκουλουκούιν πού πάεις χωρίς βρακούιν
Έμπα μέσα στη φουλιά σου
μεν πονήσεις τα λαιμά σου.
Έπιασα το που το νούρο το φιλούι το μιτσί
έπαιξα λλίο μητά του τζι έκλεισα το στο ποτσί.
Τζι ήρτεν έσσο η αρφή μου τζι
έμπηξεν τες παουρκές.
Είπεν το τζιε του τζιρού μου
τζι έδωκεν μου πατσαρκές.
Σκουλουκούιν, σκουλουκούιν
εν να σγάψω ένα λουκκούιν
μες τη λάντα να σε χώσω τον πελάν
για να γλιτώσω.

*
Ελεφαντάκι
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Φοίβος Δελοιβοριάς
Έχω ένα μικράκι, ελεφαντάκι
τετρακόσια είκοσι κιλά
τρώει εφτά κασόνια, μακαρόνια
κι όλο κάνει τούμπες και γελά
Όταν ανεβαίνει στην τραμπάλα
με πετάει ψηλά, στον ουρανό
κι όποτε βουτάει στην πισίνα
φεύγει από μέσα το νερό !
Έχω ένα μικράκι, ελεφαντάκι
τετρακόσια είκοσι κιλά
πίνει εφτά κουβάδες, λεμονάδες
κι όλο κάνει τούμπες και γελά
Παίζουμε τ’ απόγευμα στον κήπο
τρέξιμο και μπάλα και κρυφτό
κι ύστερα στο μπάνιο μου πετάει
με την προβοσκίδα το νερό
Έχω ένα μικράκι, ελεφαντάκι
τετρακόσια είκοσι κιλά
θέλει κόπο μα, θα βρω τον τρόπο
να το πάρω κάποτε αγκαλιά.

* 
Το καρυδότσουφλο
Μουσική: Γιώργος Χατζηπιερής
Στίχοι: Διονύσης Καψάλης
Ερμηνεία: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Το καρυδότσουφλο καράβι
και μια νεράιδα να ράβει
αραχνοΰφαντο πανί
φύσα αεράκι να φανεί.
Νησάκι πάνω στο νερό
το παιδικό μου όνειρο
φύσα και δεν αντέχουν πια
τα δυο μου χέρια στα κουπιά
φύσα και δεν αντέχουν άλλο
για το ταξίδι το μεγάλο.
Το καρυδότσουφλο η βάρκα
στις παιδικές χαρές στα πάρκα
κυλάει με τη σιωπή του κόσμου
φύσα αεράκι φέξε φως μου.
*

Για τα πα τα
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Ελένη Τσαλιγοπούλου
Για τα πα τα
για τα πα τα
για τα πα τα τα πατα
για τα πα τα τα πατα
για τα πατα
Για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα
τα πα τα
Μια πατάτα χοντρούλα,
άσπρη και νοστιμούλα
στου μανάβη τον πάγκο
αγκαλιά μ’ ένα μάνγκο.
Κάποια μέρα κινάει
στο παζάρι να πάει
υλικά για να ψάξει
νυφικό για να ράψει
Για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα ταπα
τα πα τα
Μια πατάτα χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Κάποια μέρα κινάει
Στο παζάρι να πάει
Παίρνει άσπρη κορδέλα
Μεταξένια δαντέλα
Ασημένια γοβάκια
Και ροζέ κουφετάκια
Μια πατάτα χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Υλικά πάει να ψάξει
Νυφικό για να ράψει
Κι είναι τόση η χαρά της
Που δεν βλέπει μπροστά της
Την κατεύθυνση χάνει
Και γλιστράει στο τηγάνι
Για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα τα πα τα
για τα πα τα.
*
Το Τέρας της Κυκλοφορίας
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Μανώλης Πάππος
Στην απαρχή της ιστορίας
το τέρας της κυκλοφορίας
ήταν μικρό ξανθό παιδάκι
με ένα αυτοκινητάκι
Η μάνα του, η οικονομία
του’ δινε γάλα με μανία
ώσπου σε λίγα μόνο χρόνια
του κόντυναν τα παντελόνια
Κι άρχισε να ζητάει με βία
σταθμούς βενζίνης, συνεργεία,
ασφαλιστές και τροχονόμους
γεφύρια και μεγάλους δρόμους
Έβγαλε ουρές και παρακλάδια
το μπάνιο γέμιζε με λάδια
καπνούς κι αέρια ξεφυσούσε
και τα ποδήλατα μασούσε !
Και στο κατόπιν δίχως όρους
μας καταπλάκωσε με φόρους
έτρωγε όλο το χρυσάφι
κι έφτυνε μόλυβδο και θειάφι
Και πριν τελειώσει η ιστορία
ρουφάει και την οικονομία
βρε που να πάμε να κρυφτούμε
απ’ το μικρό το τέρας μας για να σωθούμε.

*
Ο Μπαμπάς μου με ρωτάει
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Ελένη Καπηλίδου
Ο μπαμπάς μου με ρωτάει
κάθε μέρα στα κρυφά
πες μου όλη την αλήθεια
πόσα έφαγες γλυκά;
Και αρχίζω να μετράω
μα δεν ξέρω τι να πω
ένα, δύο, τρία, πέντε
ή σαράντα κι εκατό!
Μου ‘δωσε ο παππούς γκοφρέτα
κι η γιαγιά μου παγωτό
καραμέλες η νονά μου
κι η μαμά ζαχαρωτό
Έφαγα πολλά μπαμπάκα
δεν μπορώ να σου το πω
πάμε τώρα κατευθείαν
για τον οδοντογιατρό!

*
Γυάλινη Μικρή Κουκλίτσα
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Απόστολος Ρίζος
Μες τα μάτια σου τα χιόνια
και κρυστάλλινα βαγόνια
μοναχά να ταξιδεύω
στα δικά σου μυστικά
ρα τα τα.
Το γκλιν γκλον της μουσικής σου
το βελούδο της ψυχής σου
του κορμιού σου το γυαλί
κι οι καθρέφτες στο κουτί σου
όλα τόσο μαγικά
ρα τα τα.
Γυάλινη μικρή κουκλίτσα
πες μου που ‘ναι το κλειδί σου
για να ‘ρθω κρυφά το βράδυ
να σε κλέψω απ’ το κελί σου
Να σου χτίσω ένα παλάτι
πιο ψηλά κι απ’ τους αιθέρες
να χορεύεις κάθε βράδυ
με κιθάρες και φλογέρες.
Αχ, μικρό μου παιγνιδάκι
στο παλιό το σαλονάκι
δε βαρέθηκες λοιπόν
τόσα χρόνια να κοιμάσαι
ξεχασμένο στη γωνιά
ρα τα τα.
θα ‘ρθω αργά που θα ‘σαι μόνη
να τινάξω όλη τη σκόνη
και θ’ ανοίξω το κουτί
τρυφερά να σε ξυπνήσω
θα ‘ναι τόσο μαγικά
ρα τα τα.
*
Γιορτή των Αστεριών
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Σοφία Παπάζογλου
Θα σβήσουμε τα φώτα
της πόλης των σπιτιών
θα έχουμε απόψε
γιορτή των αστεριών.
Η Πούλια θ’ αναλάβει
το μπαρ και τα ποτά
και η Μεγάλη Αρκούδα
θα φτιάχνει παγωτά.
Θα φέρουν οι πλειάδες
το φωτορυθμικό
κι ο Πολικός Αστέρας
θ’ αρχίσει το χορό.
Ο Κρόνος το τρομπόνι
στα τύμπανα ο Σκορπιός
ο Ωρίωνας στο πιάνο
κιθάρες ο Ιανός.
Θα σβήσουμε τα φώτα
της πόλης των σπιτιών
θα έχουμε απόψε
γιορτή των αστεριών.
Η Πούλια θ’ αναλάβει
το μπαρ και τα ποτά
και η Μεγάλη Αρκούδα
θα φτιάχνει παγωτά.
Η πίστα του ουρανού μας
θα γίνει φωτεινή
σαν βγαίνουν ένα-ένα
τ’ αστέρια στη σκηνή.
Θα σμίγουν γαλαξίες
με τους αστερισμούς
πεφτάστερα θα ρίχνουν
τρελούς χρωματισμούς.
*
Της Πόλης τα Φωτάκια
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Της πόλης τα φωτάκια
σαν κάρβουνα αναμμένα
σε μία μεγάλη θράκα
που καίει συνεχώς
Οι νύχτες μαγεμένες
του φεγγαριού τσουλήθρα
κι η αγάπη μας μένει
ξανά στο προσεχώς.
Έξω από την πόρτα σου
μια θάλασσα θ’ απλώσω
και θα σου κεντήσω
μια χρυσή ακρογιαλιά
με την τρύπια βάρκα μου
κρυφά θα σε σιμώσω
και θα ναυαγήσω
στη γλυκιά σου αγκαλιά.
Της πόλης τα φωτάκια
θα πάρουνε το δρόμο
και θα γενούν αστέρια
ψηλά στον ουρανό
Η πόλη θα κοιμάται
και θα έρθεις σαν αέρας
για να με ξημερώσεις
σε κόσμο μαγικό.
Μπρος στα σκαλοπάτια σου
παράσταση θα στήσω
θα’ρθουνε ορχήστρες
με τρομπόνια και βιολιά
Σαν ανάψει η γιορτή
θα πιω και θα μεθύσω
να βρω λίγο θάρρος
να σου δώσω δυο φιλιά.
*
Λούκυ Λούκ
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Λευτέρης Μουμτζής
Η Αριζόνα σαν καμίνι που κοχλάζει,
στους άδειους λόφους με το άλογο καλπάζει,
ρίχνει ένα νόμισμα ψηλά, πυροβολάει,
κι η σφαίρα μέσα από το κέντρο το τρυπάει.
Είναι το πρώτο το πιστόλι μες στη Δύση,
έχει μαγκιά και κάνει ό,τι του καπνίσει,
είναι λεβέντης με ψυχή, είναι σερέτης,
είναι παιδί του Φαρ Ουέστ, είναι ρεμπέτης.
Οι Ντάλτον τρέχουν μα ο Ραν Ταν Πλαν σιμώνει,
τους προλαβαίνει στη στροφή και τους δαγκώνει,
κι ο Λούκυ Λουκ σαν αστραπή τους αφοπλίζει
και κατ’ ευθείαν στο κελί τους τούς γυρίζει.
Είναι το πρώτο το πιστόλι μες στη Δύση,
έχει μαγκιά και κάνει ό,τι του καπνίσει,
έχει του λιονταριού καρδιά, είν’ από σόι,
είναι ένας φτωχός και μόνος κάου μπόι.
Οι νεκροθάφτες του ετοιμάζουνε κηδείες,
μα αυτός νικάει και πόει για νέες ιστορίες,
αχ και να ‘ρχοτανε στον τόπο μας λιγάκι
να καθαρίσει τη βρωμιά και το σαράκι.
*
Ένα Παιδί Ταξιδεύει
Μουσική-Στίχοι: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Λιζέτα Καλημέρη
Ένα παιδί ταξιδεύει
σε λίμνη μαγική
με χάρτινη βαρκούλα
χάρτινη μουσική
χαμόγελο που φέγγει
καρδούλα που σκιρτά
μαζεύει τα όνειρά του
και φεύγει μακριά.
Σ’ ένα άσπρο συννεφάκι
θα ταξιδέψω κι εγώ
θ’ ανοίξω τα πανιά μου
στο γαλανό ουρανό
θα σκίζω τους αιθέρες
με τα χρυσά κουπιά
δε θα γυρίσω πίσω
δε θα με δεις ξανά


 Ερμηνεύουν: Σωκράτης Μάλαμας, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Λιζέτα Καλημέρη, Μανώλης Πάππος, Απόστολος Ρίζος, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Δώρος Δημοσθένους, Φοίβος Δεληβοριάς, Σοφία Παπάζογλου, Ελένη Καπηλίδου, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Λευτέρης Μουμτζής