Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα ψηλά βουνά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα ψηλά βουνά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Τα ψηλά βουνά Ζαχαρίας Παπαντωνίου



Στο βιβλίο περιγράφεται η ιστορία μιας ομάδας 26 παιδιών 
που όταν τελειώνουν την τελευταία τάξη του ελληνικού σχολείου 
αποφασίζουν  να κάνουν μόνα τους διακοπές 
για περίπου δύο μήνες στα βουνά της Ευρυτανίας.

 Εκεί, μέσα στις ομορφιές της φύσης,
 μαθαίνουν τη ζωή του βουνού,
  τις ιστορίες των ανθρώπων που συναντούν,
και τις συνήθειες των άγριων ζώων, 
τις λαϊκές παραδόσεις και τους μύθους
 και γίνονται δάσκαλοι για τον Λάμπρο, 
το μικρό τσοπανόπουλο που διψάει για μάθηση.

Με ομαδικό πνεύμα φτιάχνουν μια κοινότητα 
που διαπνέεται από την αλληλεγγύη
και τον αλληλοσεβασμό.
Συνεργάζονται και ξεπερνούν στις δυσκολίες 
μέσω της ομαδικότητας  και της εκτίμησης στον άλλο

Το κλασικό αυτό βιβλίο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, 
με τις ολοζώντανες περιγραφές και το λεπτό χιούμορ, αποτελεί ένα από τα καλύτερα έργα 
της ελληνικής λογοτεχνίας.

«Τα ψηλά βουνά» 
πρωτοκυκλοφόρησαν ως αναγνωστικό 
της τρίτης τάξης του δημοτικού το 1918 
στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης
 επί Βενιζέλου, 
αλλά τρία χρόνια αργότερα 
εξοβελίστηκαν από τις τάξεις κατασυκοφαντημένα 
 με επιχειρήματα όπως αυτό:

 ότι η γραφή του Παπαντωνίου περιέχει 
«βδελυράς και βωμολόχους αστειότητας, 
οποίας ασμένως μεταχειρίζονται οι μόρτηδες, 
οι χασισοπόται, οι λωποδύται
 και εν γένει οι φαυλόβιοι»!

Το 1933 και το 1974 
«Τα ψηλά βουνά»
 επανεντάχθηκαν στο εκπαιδευτικό σύστημα, 
αλλά και πάλι για λίγο. 
Η αντοχή τους φάνηκε ως εξωσχολικό βιβλίο κυρίως, 
κι αυτήν την αντοχή επιβεβαιώνει 
κι η φετινή τους επανέκδοση. 



 «Όταν βρίσκονται
 γενναία παιδιά σαν εσάς,
 ένα δάσος γίνεται αιώνιο.
 Κι οι άνθρωποι 
ζουν καλύτερα τη ζωή τους». 
 Ζαχαρίας Παπαντωνίου



Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Πού πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;


Το ευλογημένο καράβι 
  Ζαχαρία Παπαντωνίου

"Πού πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;
Σε μάχεται η θάλασσα, δεν τη φοβάσαι;
Ανέμοι σφυρίζουν και πέφτει νερό,
πού πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;"

_"Για χώρα πηγαίνω πολύ μακρινή
θα φέξουνε φάροι πολλοί να περάσω
βοριάδες, νοτιάδες θα βρω μα θα φτάσω
με πρίμο αγεράκι, μ' ακέριο πανί."

_"Κι αν οι κάβοι σου στήσουν τη νύχτα καρτέρι;
Απάνω σου αν πέσει το κύμα θεριό
και πάρει τους ναύτες και τον τιμονιέρη;
Πού πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;"

«Ψηλά στο εκκλησάκι του βράχου, που ασπρίζει,
για μένα έχουν κάμει κρυφή λειτουργία
·
ορθός ο Χριστός το τιμόνι μου αγγίζει,
στην πλώρη μου στέκει η παρθένα Μαρία.»


Πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό 
Στίχοι: Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Μουσική: Αφροδίτη Μάνου
Πρώτη εκτέλεση: Αφροδίτη Μάνου



Ζαχαρίας Παπαντωνίου

 «Πού πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;»... 
Ένας στίχος του Ζαχαρία Παπαντωνίου,
 γραμμένος για το αναγνωστικό της Γ΄ δημοτικού, 
ξανάρχεται να  μας θυμίσει  τα παιδικά μας χρόνια, 
με τη μουσική και τη φωνή της Αφροδίτης Μάνου .

Το ποίημα " Το ευλογημένο καράβι"έγραψε ο  Ζαχαρίας Παπαντωνίου  και περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή   "Χελιδόνια,  Ποιήματα για παιδιά" του 1920
 Το 1931 εκδόθηκε ξανά με τον τίτλο "Παιδικά τραγούδια".  

Το σημαντικότερο, όμως, βιβλίο του Ζαχαρία Παπαντωνίου,  
 που αποτελεί κομβικό σταθμό στην  νεοελληνική σχολική ιστορία  
και στην παιδική λογοτεχνία, είναι  “Τα ψηλά βουνά”. 

“Τα ψηλά βουνά” είναι  ένα βιβλίο που προοριζόταν για αναγνωστικό της Γ΄ Δημοτικού “στα πλαίσια της “εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης” από την επαναστατική κυβέρνηση Βενιζέλου. Το βιβλίο όμως κάηκε δημοσίως από τις κυβερνήσεις μετά το 1920 και επέστρεψε στα σχολεία με τη νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1929 και το 1933. 
 
Το 1974 «Τα ψηλά βουνά» ξανατυπώθηκαν για τα δημοτικά σχολεία της Μεταπολίτευσης για ένα σύντομο διάστημα έως ότου αντικαταστήθηκαν από το βιβλίο της Αγγελικής Βαρελά.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γράφει :
«...Την πιο μεγάλη χαρά του κόσμου θα μου την έδινε κανείς όταν ήμουνα παιδί, αν μου χάριζε ένα βιβλίο με ωραία ποιήματα. Κανείς όμως δε μου την έδωσε τότε κι αυτό ποτέ δεν το ξέχασα.
Όταν ήμουνα στην τρίτη Δημοτικού, διάβασα στο αναγνωστικό μου, στα «Ψηλά Βουνά» του Παπαντωνίου, κάτι ποιήματα που έκαναν καλό στην ψυχή μου. Τι ήταν αυτό το καλό, δεν μπορούσα να εξηγήσω. Με συγκινούσαν, ξύπναγαν κάτι άλλο μέσα μου, μου μεγάλωναν τη φαντασία και μου άλλαζαν την όψη του κόσμου. Έκαναν δηλαδή τον κόσμο πιο χρωματιστό και πιο όμορφο...»