Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Μια φορά κι ένα καιρό - Δημήτρης Σπύρου




Μια φορά κι ένα καιρό,

υπήρχε μια πανέμορφη χώρα. 
Ήταν τόσο όμορφη, που όταν ο Ικαρομένιππος 
–πριν από πάρα πολλά χρόνια– 
ταξίδεψε στη Σελήνη με τα φτερά ενός γύπα
 κι ενός τεράστιου αετού 
και την είδε από εκεί ψηλά, 
του φάνηκε σα ζωγραφιά. 

Δαντελωτές ακρογιαλιές, καταγάλανες θάλασσες, 
διάσπαρτα πανέμορφα νησάκια, 
όμορφα σπίτια, δημόσια μέγαρα και ναοί, 
λόφοι, βουνά και οροσειρές, 
ποτάμια και λίμνες, κάμποι και λαγκάδια 
και χίλιων ειδών λουλούδια.

 Και δεν ήταν μόνο η Φύσις.
Οι κάτοικοι της όμορφης αυτής χώρας 
αγαπούσαν τη Φιλοσοφία, τις Επιστήμες, 
την Ποίηση και τις άλλες Τέχνες, 
λάτρευαν τη Δημοκρατία! 
Καλλιτέχνες, φιλόσοφοι και απλοί άνθρωποι του μόχθου 
έμεναν στις ίδιες γειτονιές, 
έκαναν βόλτες στις ίδιες πλατείες
 και συζητούσαν όλοι μαζί
 για τα καθημερινά και τα αιώνια.

Σ’ αυτή την πανέμορφη χώρα, 
υπήρχε ένα μέρος που ήταν ακόμη πιο μαγευτικό. 
Στα δάση του υπήρχαν όλα τα ζώα και τα πουλιά 
και μαζί τους η θεά Άρτεμις 
με τις πανέμορφες νύμφες της.
  Οι θεοί ερωτεύονταν τους ανθρώπους 
και οι άνθρωποι ερωτεύονταν τους θεούς.
 Οι άνθρωποι αγαπούσαν τη φύση όσο και τους θεούς. 
Γι’ αυτό ένα ποτάμι τους το λάτρευαν σα θεό 
–ο Αλφειός ήταν το πιο ερωτικό ποτάμι της Γης.

 Και ζούσαν απλά. 
Είχαν τα περιβόλια και τ’ αμπέλια τους, 
τα κοπάδια και τα λιόδεντρά τους. 
Υπήρχαν και άρχοντες, υπήρχαν και φτωχοί. 
Αλλά και οι φτωχοί είχαν τις γιορτές, 
είχαν τα τραγούδια και τους χορούς τους. 

Κι οι άρχοντες δίνανε λόγο στο λαό για τις πράξεις τους,
 δεν έκαναν ό,τι τους άρεσε. 
Οι άνθρωποι σέβονταν τους σοφούς 
και πιο πολύ τον Πύρρωνα, 
που ζούσε στα μέρη τους. 

Αγαπούσαν τις Τέχνες, 
τους άρεσε να αφήνουν μνημεία για τις επόμενες γενιές. 
Έφτιαχναν ναούς υψηλής αισθητικής, 
συνδύαζαν διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, 
τον ιωνικό, τον δωρικό, τον κορινθιακό.
 Για να κτίσουν το Ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες, 
κάλεσαν τον διάσημο Ικτίνο από την Αθήνα 
που είχε χτίσει τον Παρθενώνα.

 Οι μύθοι τους ήσαν τόσο σπουδαίοι 
που ενέπνευσαν τον μεγάλο τραγικό ποιητή Σοφοκλή 
να γράψει την τραγωδία «Τυρώ» 
αλλά και πολλούς παραμυθάδες πριν από μένα, 
που αφηγούνταν 
δύο από τους κυριότερους άθλους του Ηρακλή, 
τον Ερυμάνθιο Κάπρο και τους Σταύλους του Αυγεία.


Αλλά πάνω απ’ όλα, αυτοί οι άνθρωποι 
σ’ εκείνο το μικρό μέρος αγαπούσαν την Ειρήνη. 
Δεν ήθελαν τους πολέμους.
 Κι έτσι θέλησαν να ιδρύσουν μια μεγάλη γιορτή,
 όπου θα έρχονταν νέοι απ’ όλα τα μέρη 
και θα αγωνίζονταν «ου περί χρημάτων αλλά περί αρετής». 
Και το βραβείο τους θα ήταν ένα απλό κλωνάρι αγριελιάς. 
Κι έτσι γεννήθηκαν τα «Ολύμπια», 
που όταν τελούνταν στην κοιλάδα του Αλφειού 
σταματούσαν όλοι οι πόλεμοι. 
Παντού οι άνθρωποι αγκάλιασαν αυτή τη γιορτή
 και την έκαναν παγκόσμια,
 γιατί παντού οι άνθρωποι αγαπούν την Ειρήνη…


Από τότε πέρασαν χρόνια, 
αιώνες και χιλιετίες· 
πολλά αλλάξανε στον κόσμο, 
πολλά αλλάξανε στη χώρα,
 πολλά αλλάξανε 
και σ’ αυτό το πανέμορφο μικρό μέρος.

 Οι κάτοικοι και οι κυβερνήτες τους μιλούσαν τώρα 
για τις παλιές δόξες και υπερηφανεύονταν γι’ αυτές, 
αλλά ξέχασαν τους παλιούς θεούς, 
τους σοφούς, τους καλλιτέχνες, 
τις αυθεντικές λαϊκές παραδόσεις.
 Δυο νέες θεότητες, 
δυο δίδυμα αδέρφια είχαν πάρει θέση 
στα λατρευτικά τους βάθρα: 
ο Κέρδος και η Ανάπτυξη. 

Αυτοί ξεπέρασαν σε δόξα ακόμη και τον ίδιο τον Δία 
και οι άνθρωποι τους λάτρευαν 
γιατί τους πρόσφεραν χρήματα και ανέσεις.

Κι ήταν σα να ‘χασαν το μυαλό και την ψυχή τους. 
Έκαναν πράγματα ακατανόητα, σχεδόν παλαβά. 
Ας πούμε, πέταξαν τα περίτεχνα σκαλιστά έπιπλα
 για να πάρουν πλαστικά. 
Αντικαταστήσανε τα κεντητά τραπεζομάντηλά τους 
με μουσαμάδες νάιλον. 
Λησμόνησαν τις όμορφες μουσικές
 και τα ερωτικά τους τραγούδια 
και γλεντούνε τώρα πια
 με κάτι φριχτά καψουροτράγουδα. 
Περιφρόνησαν ακόμη και τα μεγάλα έργα Τέχνης 
στο όνομα μιας νέας μόδας 
που ονομάζεται μαζική κατανάλωση. 

Η θεά Ανάπτυξη καταστρέφει μέρα με τη μέρα 
την πανέμορφη φύση· 
ούτε τον παλιό θεό Αλφειό δεν σέβεται 
και τον ξεκοιλιάζει για να παίρνει υλικά
 για να φτιάχνει απαίσια κτίρια.

 Ο Πύρρωνας και οι άλλοι σοφοί ξεχάστηκαν, 
ακόμη και την ίδια τη θεά της σοφίας τώρα περιγελούνε· 
τι να την κάνουν πια την Αθηνά 
αφού αξία έχει μόνο το κέρδος 
κι όχι η σοφία και η αρετή. 
Τους στίχους των Ποιητών τους ξέχασαν 
κι όσους αραιά και πού επιμένουν να τους θυμίζουν,
 τους λένε λαπάδες και κουλτουριάρηδες. 


Και καθώς συνέβαιναν όλα αυτά, 
οι κυβερνήτες επικροτούσαν 
με μπράβο και μπράβο το λαό, 
αφού οι ίδιοι είχαν εντέχνως επιβάλλει 
τις νέες θεότητες κι έκαναν τρις χειρότερα 
απ’ ότι ο απλός λαός. 
Και σιγά - σιγά έγινε κάτι παράξενο. 
Τα χρώματα χάθηκαν από αυτό το μικρό μέρος 
κι απλώθηκε παντού ένα μουντό γκρίζο. 
Ορισμένοι άρχισαν να ανησυχούν, 
αλλά οι πιο πολλοί τους καθησύχαζαν, 
άλλωστε –έλεγαν– τα χρώματα είναι περιττά.


Όμως τα παιδιά, 
καθ’ ότι πιο σοφά από τους μεγάλους, 
επέμεναν: 
«Δεν μας αρέσει να ζούμε χωρίς χρώματα. Θέλουμε χρώματα στη ζωή μας. 
 Θέλουμε να μπορούμε να ονειρευόμαστε.
 Δε θέλουμε να φτιάχνετε εσείς 
ένα μέλλον για μας χωρίς εμάς. 
Θέλουμε να φτιάξουμε κάτι δικό μας.
 Κι αυτό να μην έχει σήμα ούτε τη δραχμή, 
ούτε το ευρώ, ούτε το δολάριο, 
μια πολύχρωμη πεταλούδα αρκεί….».

Κι έτσι πριν από δεκαπέντε χρόνια, 
και καθώς τη χώρα κυβερνούσαν πάντα
 η Ανάπτυξη κι ο Κέρδος, 
δημιουργήθηκε σ’ αυτό το μικρό μέρος, 
το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας
 για Παιδιά και Νέους. 
Και γέμισε ο τόπος χρώματα και μουσικές. 
Κι άρχισαν να ‘ρχονται από τα πέρατα της Γης 
κι άλλες πολύχρωμες πεταλούδες. 
Και τα παιδιά ξεθάρρεψαν 
κι άρχισαν να ζωγραφίζουν ένα δικό τους μέλλον 
και μια πολιτεία που την ονόμαζαν Ονειρούπολη.


Ώσπου κάποια μέρα πριν από λίγο καιρό 
η θεά Ανάπτυξη το ‘βαλε στα πόδια. 
Ο Κέρδος όμως φαίνεται να επιμένει. 
Ρίχνει το φταίξιμο στα παιδιά 
και βροντοφωνάζει 

«δεν χρειαζόμαστε την Ονειρούπολη, 
να τρέξουμε στα πέρατα του Κόσμου πρέπει,
 να παρακαλέσουμε να έρθει πίσω 
η θεά Ανάπτυξη».

Τι κι αν ο Ποιητής είχε προειδοποιήσει:
«Δεν ειν’ εύκολες οι θύρες
όταν η χρεία τες κουρταλεί»

Τα λόγια των Ποιητών έχουν πια ξεχαστεί…

Καληνύχτα σας!

Δημήτρης Σπύρου
Καλλιτεχνικός διευθυντής.


Υ.Γ. Μη νομίζετε πως το παραμύθι δεν έχει Δράκο, τα παιδιά της Ονειρούπολης τον αναγνωρίζουν όσο κι αν κρύβεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου