Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

(ΟΠΩΣ ΕΟΡΤΑΖΕΤΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΗΣΟΝ ΣΚΙΑΘΟΝ)
 

Εἶναι Μεγάλη Πέμπτη πρωΐ.
Μόλις ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τοῦ καπετὰν Κομνηνοῦ ἐκοινώνησαν. Ἡ καλὴ μητέρα ἀνασκουμπώνεται καὶ ἀρχίζει νὰ βάφῃ τὰ αὐγά. Ἔπειτα ἔρχονται εἰς τὴν θύραν δύο - δύο τὰ παιδιὰ τοῦ χωρίου. Κρατοῦν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρόν, στεφανωμένον μὲ τριαντάφυλλα, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ πολύχρωμα ἀγριολούλουδα· ψάλλουν δὲ τὸ ᾆσμα:
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνό, ποὺ φαίνεται ἀπὸ πέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τῶν πάντων βασιλέα.
Σύρε, μητέρα μ’, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα
κι ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ,
ὅταν σημαίνουν οἱ ἐκκλησιὲς καὶ ψάλλουν οἱ παπᾶδες,
τότε καὶ σύ, μαννούλα μου, θά ᾽χῃς χαρὲς μεγάλες.
Ἀλήθεια, τί μεγάλαι χαραὶ δι’ ὅλους! Καὶ ἡ καλὴ μητέρα προθυμότατα δίδει ἀπὸ δύο κόκκινα αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδιά. Τί εὐτυχία!
Ἔπειτα ἡ μητέρα ἀρχίζει 8, ζυμώνῃ. Πλάθει ἀρκετὲς κουλοῦρες μὲ αὐγὰ διὰ τὸν ἄνδρα της, διὰ τὴν πεθεράν τὴς καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν της. Ἐπίσης μικρὲς «κοκκῶνες» διὰ τὰ μικρὰ τέκνα της, τὴν Μόρφω καὶ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τὰ ἀναδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.
Ἀλλὰ μετὰ τὸ μοίρασμα ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔχει παράπονα καὶ κλαίει, διότι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκκώνα του. Ἡ μητέρα δίδει εἰς τὸν Εὐαγγελινὸν ἄλλην νὰ διαλέξῃ, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἡμερώνει. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὰς θέλει ὅλας διὰ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ τότε ἡ καλὴ μητέρα τὸν παρηγορεῖ:
—Τὸ Σάββατο βράδυ θὰ ᾽ρθῇ κρὰ - κρὰ ἡ κουρούνα νὰ φέρῃ κρέας, τσὶ - τσί, καὶ τότε θὰ ἰδῇς χαρὲς ποὺ θά ᾽χῃς, σὰν ἀκούσῃς κρὰ - κρὰ τὴν κουρούνα νὰ χτυπάῃ τὸ παραθύρι: «Πάρε, Εὐαγγελινέ, τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ - τσὶ νὰ φᾶτε!»
Καὶ ὁ μικρὸς ψιθυρίζει καὶ αὐτός:
—Θὰ ᾽θῇ κουούνα νὰ φέῃ τσὶ - τσί.
Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευὴν κατὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἡ μητέρα ὁδηγεῖ τὰ δύο παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Τὰ μικρὰ κάμνουν τὸν σταυρόν των ἐμπρὸς εἰς τὸ ἀνθοστόλιστον κουβούκλιον καὶ ἀσπάζονται μὲ εὐλάβειαν τὸν μυρωμένον Ἐπιτάφιον.
Κατόπιν ἀσπάζονται τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ’ ἀγγελούδια καὶ τὸν Σταυρόν. Τέλος περνοῦν τρεῖς φορὰς κάτω ἀπὸ τὸν ᾽Επιτάφιον.
Τί χαρά, τί δόξα!
Ὀλίγην ὥραν μετὰ τὰ μεσάνυκτα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς πρὸς τὰ ἐξημερώματα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἡ μητέρα ἐξυπνᾷ τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω· καί ἐνῷ σημαίνουν οἱ καμπάνες, πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἀκούουν τὸ «Ὦ, γλυκύ μου ἔαρ!» καὶ ἄλλα ἀκόμη ὡραῖα ᾄσματα.
Ἔπειτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀναμμένας λαμπάδας ἐξέρχονται εἰς τὸ ὕπαιθρον, κάτω ἀπὸ τὸ γλυκὺ φέγγος τῆς σελήνης, ἐνῷ ἡ αὐγὴ ἀρχίζει νὰ ροδιζῃ.
Ἀκολουθοῦν ὅλοι τὸν ᾽Επιτάφιον, ποὺ περιφέρεται μὲ τὰς λαμπάδας ἀναμμένας. Ἐλαφρὸν ἀεράκι κινεῖ ἤρεμα τὰς φλόγας τῶν κηρίων, χωρὶς νὰ τὰς σβήνῃ. Ἡ ἄνοιξις στέλλει τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ Ταφέντα Χριστόν, ὡσὰν νὰ ψάλλῃ καὶ αὐτή:
—Ὦ, γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον!
Καὶ τὰ παιδιά, ποὺ προχωροῦν ἐμπρὸς ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιον, κράζουν μεγαλοφώνως:
—Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον!
Ὕστερον ἀνέτειλε πλέον ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἠγόρασε διὰ τὸ Πάσχα ὁ πατέρας του.
Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ εἶναι τὸ ἀρνὶ καὶ πῶς βελάζει τὸ καημένο: «μπὲ - μπέ!».
Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν ὁ πατέρας τὰς πασχαλινὰς λαμπάδας. Τί χαρά! Φαντασθῆτε ὡραίας, μικρὰς λαμπάδας μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς πάλιν θέλει νὰ πάρῃ τὴν λαμπάδα τῆς ἀδελφῆς του λέγων:
—Ἐκείνη εἶναι μεγαλύτερη.
Ἡ μητέρα τοῦ τὴν ἔδωσεν. Ἀλλ’ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασεν, ἐκεῖ ὅπου ἔπαιζε μὲ αὐτήν. Τέλος ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατέρας τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι δὲν θὰ τὴν πάρῃ εἰς τὸ χέρι του ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.
Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα ἦλθεν ἐπὶ τέλους ἡ ὥρα τῆς λαμπρᾶς Ἀναστάσεως. Ἤστραψεν ὅλη ἡ ἐκκλησία, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεῖα ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων. Τὰ παιδιὰ ἀρχίζουν νὰ καίουν μὲ κρότον σπίρτα καὶ μικρὰ βαρελότα
Ἔπειτα τὰ μικρὰ παιδιά, ἀγοράκια καὶ κοριτσάκια ἔως τεσσάρων ἐτῶν, στέκονται γῦρο ἀπὸ τὰ δύο ἀναλόγια καὶ πλησίον εἰς τὸ εἰκονοστάσιον καὶ ἀρχίζουν νὰ παίζουν, νὰ στάζουν σταγόνας ἀπὸ τὰς λαμπάδας των καὶ νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των.
Ἕνα κοριτσάκι καὶ ἕνα ἀγοράκι πέντε ἐτῶν ἀρχίζουν νὰ φιλονικοῦν:
—Ἡ δική μου λαμπάδα εἶναι μεγαλύτερη.
—Ὄχι, ἡ δική μου.
—Ἐμένα ὁ πατέρας μου τὴν ἐδιάλεξε καὶ εἶναι πιὸ καλή.
—Ἐμένα ἡ μάννα μου τὴν ἐστόλισε μοναχή της.
—Καὶ ξέρει νὰ κάνῃ λαμπάδες ἡ μάννα σου;
—Ὄχι, δὲν ξέρει; Ἀμ’ τί θαρρεῖς;
—Τέτοια παλιολαμπάδα!
Καὶ ἡ φιλονικία προχωρεῖ. Τέλος σπάζουν καὶ οἱ δύο τὰς λαμπάδας των καὶ καταλήγουν εἰς τὰ κλάματα.
Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Δευτέρα Ἀνάστασις καὶ ἔγινεν ἡ Ἀγάπη, ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὴν πλατεῖαν.
Ὕστερον ἡ μητέρα στρώνει τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν καὶ βάζει τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα καὶ τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο. Τὰ παιδιὰ, κάθηνται εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἀρχίζουν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των.
Τί χαρά, τί ἀγαλλίασις!

«Πασχαλινὰ Διηγήματα» Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Γ. ΜΕΓΑ, Κ. ΡΩΜΑΙΟΥ Σ. ΔΟΥΦΕΞΗ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Δ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΑΘΗΝΑΙ 1959

 

Ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο στα Ζιζάνια!



Ναι, έγινε κι αυτό! 
Ένα βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα 
από τις εκδόσεις Πατάκη 
είναι αφιερωμένο στα Ζιζάνια  
του Διεθνούς  Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας  
και της Camera Zizanio αλλά και 
σε όλα τα Ζιζάνια, όπου κι αν βρίσκονται.
Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά 
αφού μια από τις βασικές πηγές έμπνευσης 
είναι τα Ζιζάνιά μας!
Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι 
με το Φεστιβάλ Ολυμπίας, πρέπει να πούμε ότι Ζιζάνια 
είναι όλα τα παιδιά  που αποτελούν την ψυχή του
αυτά που γράφουν την ημερήσια εφημερίδα «Το Ζιζάνιο», είναι μέλη των κριτικών επιτροπών, 
παίρνουν μέρος σε κινηματογραφικά εργαστήρια, 
κάνουν ταινίες, ραδιοφωνικές εκπομπές, βοηθούν οργανωτικά το Φεστιβάλ και πολλά άλλα.
Συγγραφέας του βιβλίου είναι μια νέα λογοτέχνης 
με μεγάλο ταλέντο, η Αγγελική Δαρλάση
Το βιβλίο έχει τίτλο  
«Με λένε… Σύννεφο 
ή 
οι άγραφες σελίδες μιας Νεφέλης»
Πρόκειται για ένα εφηβικό μυθιστόρημα 
που έχει κεντρικό ήρωα 
ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, τη Νεφέλη.
Η συγγραφέας δηλώνει ότι τα πρόσωπα του βιβλίου 
είναι φανταστικά αλλά την ίδια στιγμή είναι τόσο αληθινά. Είναι παντού, γύρω μας. 
Αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο 
καθώς χρησιμοποιεί σαν αφηγηματικό όχημα 
τις σελίδες του ημερολογίου της 16 χρονης κοπέλας. 
Κι έτσι μας βάζει απ ευθείας στον κόσμο της, 
τις σκέψεις της.  
Με μνήμες από το δικό της εφηβικό παρελθόν 
αλλά και με ερεθίσματα από τα παιδιά του σήμερα, 
τα τωρινά τους όνειρα σε έναν κόσμο τόσο ταραγμένο.

«Τα όνειρα στα οποία με άφησαν να τρυπώσω για λίγο 
όλα εκείνα τα Ζιζάνια που συναντώ εδώ κι έξι χρόνια 
στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας 
για παιδιά και νέους…», λέει η συγγραφέας.  
«Η λαχτάρα κι η ελπίδα στα πρόσωπά τους. 
Η συγκίνηση και η αγωνία των παιδιών 
στο Γυμνάσιο στο Πελόπιο, 
τα χαμόγελα κάποιων άλλων στο 1ο γυμνάσιο στην Κω.»
Και συνεχίζει:
«Και κάπως έτσι … θέλησα να ξαναγίνω 
16 χρονών στο σήμερα. 
Σε μια Ελλάδα που (όπως πάντα;) μας πληγώνει. 
Αλλά το να είσαι 16 σού συμβαίνει μια φορά στη ζωή σου. 
Κι όσο κι αν στιγμές σε πονάει ή μοιάζει αφόρητο… παραμένει ανεπανάληπτα όμορφο.
Κι έτσι αποφάσισα ν’ ακούσω τη 16χρονη Νεφέλη 
να μου διηγείται. Εγώ κρατούσα σημειώσεις…»

Ευχαριστούμε Αγγελική . Καλό ταξίδι στο Σύννεφο!
 Νίκος Θεοδοσίου 

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Εκείνη τη φορά - Βούλα Μάστορη


Ένα πασχαλιάτικο οικογενειακό ταξίδι στη Σπάρτη, δοσμένο με φαντασία από τη σκοπιά ενός παιδιού, που με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αφέλεια σχολιάζει τον κόσμο των μεγάλων.
 



Γράφει η Βούλα Μάστορη...
"Το βιβλίο γεννήθηκε με αφορμή ένα πασχαλιάτικο ταξίδι το 1973 στη Σπάρτη, όπου ο πρώτος γιος μου, Αλέξιος, το χαϊδεμένο σκάνταλο της οικογένειας, τα έπαιξε όλα! Έτσι έγινε αναπόφευκτα ο πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας και όλα είναι είναι δοσμένα με τη δική του προσωπική ματιά.
Οι εικόνες αυτής της έκδοσης είναι δικές μου, με τεχνική κολλάζ."

  http://voulamastori-ekeini-ti-fora.blogspot.com


Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Μυστική αποστολή - Μαρία Δασκαλάκη


Αλλιώς τις είχε φανταστεί τις φετινές του διακοπές ο Πέτρος,
 αλλά τελικά βρέθηκαν οικογενειακώς στους Παξούς!

Τα πράγματα όμως αλλάζουν γρήγορα, 
καθώς ο Πέτρος γνωρίζει έναν αληθινό καπετάνιο
 και γίνεται φίλος με το γιο του. 
Οι διακοπές στους Παξούς 
δε φαίνονται και τόσο άσχημες… 

Ώσπου, ανάμεσα στα ψαρέματα 
και τις εξερευνήσεις στο νησί, 
εμφανίζονται δύο άντρες
 που μετράνε το δάσος του Ερημίτη. 
Λίγες μέρες μετά, το δάσος καίγεται!

Θα καταφέρουν τα παιδιά 
να εξιχνιάσουν το μυστήριο;
Θα γλιτώσουν το νησί των Παξών 
από την ολοκληρωτική καταστροφή;

 
Ο δεκάχρονος Πέτρος 
ονειρευόταν τις φετινές του καλοκαιρινές διακοπές
 στη Ντίσνεϊλαντ, 
μα τελικά βρέθηκαν οικογενειακώς 
στο μικροσκοπικό νησί των Παξών! 

Η διάθεσή του όμως αλλάζει γρήγορα, 
καθώς γνωρίζει έναν αληθινό καπετάνιο 
και γίνεται φίλος με το γιο του.
 Οι διακοπές στους Παξούς 
δεν είναι και τόσο άσχημες… 
Ώσπου, ανάμεσα στα ψαρέματα 
και τις εξερευνήσεις στο νησί, 
εμφανίζονται δυο άγνωστοι άντρες 
που μετράνε το καταπράσινο δάσος του Ερημίτη. 
Λίγες μέρες μετά, το δάσος καίγεται!

 Η παρέα τους μεγαλώνει, με τον Αργύρη. 
Ποιο ρόλο θα παίξει το ντροπαλό αγόρι
 στη λύση της υπόθεσης; 
Θα καταφέρουν τα παιδιά να εξιχνιάσουν το μυστήριο;
 Θα γλιτώσουν το νησί των Παξών
 από την ολοκληρωτική καταστροφή;

Πρόκειται για μια ταξιδιωτική αφήγηση 
με έντονα οικολογική διάσταση 
και στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος. 
Θέμα, οι πυρκαγιές με σκοπό 
την οικοπεδοποίηση δασικών περιοχών. 
Το βραβευμένο από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά μυθιστόρημα, 
είναι γραμμένο για να ευαισθητοποιήσει 
τους νεαρούς αναγνώστες, 
ξεναγώντας τους παράλληλα στους μαγευτικούς Παξούς. 
Ιστορία, πολιτισμός και φυσικά περιπέτεια!