Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

"Απέναντι" - Θοδωρής Παπαϊωάννου



 Μετά την μεγάλη επιτυχία του βιβλίου "Ανάποδα", 
 που σύστησε τον Μέλιο στους μικρούς αναγνώστες, 
στο καινούργιο βιβλίο του Θοδωρή Παπαϊωάννου 
ξανασυναντάμε το αγαπημένο σκαθάρι, 
αντιμέτωπο με μια νέα πρόκληση: 

Η φίλη του η Μελανή βρίσκεται 
στην άλλη μεριά του δάσους 
και τον περιμένει,
 αλλά για να φτάσει εκεί 
πρέπει να διασχίσει τον μεγάλο δρόμο!
    Πως θα το καταφέρει αυτό; 
Με το μπλε ποδήλατο; 
με το βιολετί πατίνι;
 με αλεξίπτωτο; 
με μαγικό χαλί;

 Ε, λοιπόν όλα θα τα προσπαθήσει! 
Κι ας αποτύχει! 
Δεν ξέρεις, μπορεί από πολλές αποτυχίες 
να φτιάχνεται... η τύχη!

Την ιδιαίτερα όμορφη εικονογράφηση του βιβλίου, 
που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, 
 έχει κάνει πάλι η Ίρις Σαμαρτζή.

    Το βιβλίο συνοδεύεται από cd με τραγούδια που έγραψε ο Ορέστης Παπαϊωάννου ειδικά για το βιβλίο.



Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Το κρυφτό της χαράς -Μαριλένα Καββαδά



Πέντε ζωάκια από την αυγή έως το σούρουπο, 
σε ένα δάσος, πριν και μετά από μια καταιγίδα. 

Θα καταφέρουν να ανακαλύψουν
 που κρύβεται η χαρά; 
Κι αν ναι, θα μας το αποκαλύψουν; 

Ένα τρυφερό παραμύθι 
για μικρούς και μεγάλους… 
από τη Μαριλένα Καββαδά
  για να θυμόμαστε πως η χαρά της ζωής
βρίσκεται στον τρόπο που βλέπουμε
 εμείς οι ίδιοι τα πράγματα.
Για όσους μπορούν να βρουν χαρά 
ακόμα και σε ένα μικρό καρύδι! 

Έτσι απλά, γιατί… 
«Η ευτυχία βρίσκεται μέσα σε όλα τα πράγματα. 
Φτάνει να ξέρεις πώς να τη βγάλεις»
(Κομφούκιος)


Η όμορφη εικονογράφηση
είναι της Λήδας Βαρβαρούση.

Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα cd
με αφήγηση του παραμυθιού.
Τραγουδούν ο Παντελής Θαλασσινός

και ο Γιώργος Μπαγιώκης. 



Η Μαριλένα Καββαδά γεννήθηκε στη γειτονιά της Κοκκινοσκουφίτσας και μεγάλωσε παρέα με τη Χιονάτη, τους επτά νάνους και τα τρία γουρουνάκια.
Σήμερα ζει δίπλα στη λίμνη των παραμυθιών όπου τα ηλιόλουστα πρωινά ψαρεύει παραμύθια και τα βράδια πλέκει με φεγγαραχτίδες κουβερτούλες για μωρά.
Όταν μεγαλώσει αρκετά, ονειρεύεται να χτίσει ένα σπίτι από μπισκότα σε κάποιο σταυροδρόμι για να κερνά τους περαστικούς ζεστή σοκολάτα με άρωμα αγριοκέρασου και παραμυθόπιτα με καραμελωμένα μήλα και κανέλα.
Ωστόσο, κάποιοι, ποιός ξέρει γιατί; Γράφουν ότι…

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

1001 δραστηριότητες για να αγαπήσω το βιβλίο - Φιλίπ Μπρασέρ



Ένα έξυπνο και πρωτότυπο βιβλίο του Φιλίπ Μπρασέρ, που ανοίγει την όρεξη στα παιδιά να καταβροχθίσουν και όλα τα υπόλοιπα βιβλία, ενώ αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς.


http://www.slideshare.net/kostas165/1001-14787343

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

"Ο Τάσος ο Ταγατατζούμ" - Αλεξάνδρα Μητσιάλη





Άφεγγα ξύπνησε ο Τάσος στο καμαράκι. Καμαρούλα μια σταλιά, δύο επί δύο, που το παραθύρι της ένα και μοναδικό έβλεπε στο καντούνι ίσαμε τους ώμους του καθενός περαστικού. Οι τάβλες τον είχανε στραβώσει αποβραδίς και για να σκωθεί έβαλε φόρα. Με την τρίτη εδέησε να κωλοκάτσει στη σιδεριά του κρεβατιού και μετά βάλθηκε να τεζάρει σιγά, σιγά, γιατί από το βραδινό δίπλωμα η μέση του είχε κλειδώσει. Με τα πολλά βρέθηκε ορθός.
Νιβότανε με κάτι σταγόνες από νερό που είχανε μείνει στο μπουκαλέτο και σκουπιζότανε από πάνω του. Έκανε δύο δάχτυλα καφέ πικρό που τον έπινε από το μπρίκι κι αφού έσιαξε με τα χέρια του τα μαλλιά, έβαλε τα ρούχα του. Στολή ίδια κι απαράλλαγη, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, παρεκτός από τότες που έπρεπε να πλυθεί κι έπαιρνε κάτι ρούχα δεύτερα που είχε για αλλαξιά σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγκης.

«Δε θέλω να δουλεύεις, δε θέλω να δουλεύεις
δε θέλω να δουλεύεις, να βασανίζεσαι.
Θέλω να τρως να πίνεις, θέλω να τρως να πίνεις
θέλω να τρως, να πίνεις και να στολίζεσαι»
Έπιακε τον εαυτό του να τραγουδάει σότο βότσε το παλιό τραγούδι. Κι έκαμε τις τελευταίες ετοιμασίες και βγήκε από το πορτί σκυφτός. Μα και στο ίδιο του το σπίτι λυγισμένος επερπατούσε, γιατί ήτανε ψηλολέλεκας, κρεμανταλάς και το σπίτι καμωμένο για αλλιώτικα μεγέθη. Γι’ αυτό μία κλίση ελαφριά, μία καμπύλη μόλις διακριτή στην κορφή της πλάτης, των ανθρώπων που απ’ ανάγκη αντικρίζουνε σεμνοί και μετρημένοι τη ζωή, του είχε μόνιμα εγκατασταθεί.

Ξεκινούσε κάθε πρωί πριν ακουστεί η πρώτη του Δεσύλλα. Έβγαινε στο καντούνι, στεκότανε για λίγο ακούνητος και τραβούσε, όσο ήτανε μπορετό, το κουφάρι του να ισιώσει από την καμπουριασμένη νύχτα. Έπαιρνε μια ανάσα που τις περσότερες φορές βρωμούσε οχετό και κατουρλίλα και τις λιγότερες ψαρίλα κι αλμύρα της θάλασσας και ξεκινούσε. Στο χέρι του κρατούσε δεμένη σε μια παλιοπετσέτα τη μαρέντα του: μια αγκωνή ξερό ψωμί πιτισμένη λάδι κι ένα κρεμμύδι στουμπισμένο, που το παράχωνε στην ψίχα του.
Έμπαινε πάντα από την μπροστινή πύλη και βρισκότανε στο πόστο του πριν αρχίσουνε να αριβάρουνε οι εργάτριες. Αρχιεργάτης ο ίδιος, επόπτης σαν να λέμε, σ’ ένα από τα τμήματα των αργαλειών, είχε στην επίβλεψή του σκάρσα δύο ντουζίνες γυναίκες. Πρόσεχε να εργάζονται με σέστο, να μην πιάνονται σε κουβέντες αναμεταξύ τους και ξελασκάρει το μυαλό τους και χάνουνε τον ρυθμό της δουλειάς, να μη ντένουνε τα νήματα, ν’ αλλάζουνε μόλις νετάρανε τα κουβάρια.
Τις ήξερε όλες με τα ονόματά τους, με τις ιστορίες της ζωής τους και τα ιντερέσα τους. Ποια ήτανε στεφανωμένη, ποια έμπαζε από την πίσω πόρτα τον λεγάμενο, ποια μεγάλωνε με αέρα κοπανιστό και με ψυχικά τα κουτσούβελά της, ποιανής ο άντρας ήτανε χαραμοφάης και μεθύστακας, ποιανής η μάνα ή η πεθερά της έψηνε το ψάρι στα χείλια, ποια έπαιρνε από κουβέντες, ποια ήθελε αγριάδες, ποια και με το πρώτο νόημα μοναχά καταλάβαινε.
Τον ξέρανε κι εκείνες. Ορφανό από τα μικράτα του, με μια αδελφή που τόνε πρόσεχε μα που συχωρέθηκε νωρίς, καλόψυχο και μαγκούφη, δυνατό στο κορμί αλλά αδύναμο στη γλώσσα. Γιατί ο Τάσος ήτανε ψευδός και κεκές και κάθε που μιλούσε, μια τσερμαρισμένη φωνή, που θύμιζε μαθητή μπροστά σε μανιασμένο δάσκαλο, έβγαινε από ένα αντρίκιο, σκληρόπετσο σώμα. Εκείνου τα μάγουλα γινότανε φουρνέλο κι εκείνες κρατιότανε να μη σκάσουνε στα γέλια μπροστά στα μούτρα του αναφανδόν.
Κι ο Τάσος φουρκιζότανε. Αλλά μπορούσε κάτι να κάμει; Σ’ αυτή την αδικία παραδινότανε αμαχητί. Ένα παραπάνω που το διαολεμένο του το ψεύδισμα δεν έκανε πουθενά σκόντο. Γιατί δε θα τον πείραζε τον Τάσο ν’ ακούγεται το αναθεματισμένο μπροστά σ’ όλες τις εργάτριες. Ας ακουγότανε σ’ όλες τους μπροστά, μα σ’ όλες τους, σ’ όλες εκτός από τη Ροζέτα.
Και τι δε θα ‘δινε όταν πλησίαζε σ’ εκείνη, όταν έσκυβε από πάνω της, όταν σίμωνε τα κοντά μαλλιά της κι έφτανε μέχρι τα ρουθούνια του αυτή η αψιά γυναικεία μυρωδιά που βγάνανε το δέρμα κι οι αμασχάλες της, πόσο θα το ‘θελε τότες να μη ρετάρει η φωνή του κι αυτό το «γ» να μην παίρνει το πόστο που κανονικά θα ‘πρεπε να έχει το «ρ».
-Θα, θα, θα ‘γθω να σε παπαπάγω το αποποποπόγιομα αύγιο να σουσουσουλατσάγουμε στον Ανενενενεμόμυλο παγέα, θα ‘λεγε.
Μα λέγονται με τέτοιο τρόπο αυτά τα πράγματα; Γι’ αυτό όταν ήτανε αναγκασμένος να μιλήσει στη Ροζέτα κλωθογύριζε κάμποσες φορές μέσα του αυτό που έπρεπε να πει: έραβε μικρές τις προτάσεις, τις προβάριζε ξανά και ξανά κι έπαιρνε βαθιές ανάσες να καταφέρει να τις ξεγεννήσει μπατιγκάδα, τουτέστιν με μια αναπνοή, χωρίς ρετάρισμα. Μα ποτέ δεν τα κατάφερνε. Κι έσκυβε το κεφάλι άτυχος, ανεπιτήδειος, λειψός.

Την ήξερε ο Τάσος από μικρή τη Ροζέτα. Η μάνα της την είχε φέρει στου Δεσύλλα. Εκείνο τον καιρό αυτή δούλευε στις ραπτομηχανές και βάλανε τη Ροζέτα στις ματσετίνες. Τα χέρια της τότε, θα ‘τανε δε θα ‘τανε οχτώ χρονών, ίσα που φτάνανε στην τάβλα του μακρόστενου τραπεζιού που ολοτρόγυρά του καθότανε τα παιδιά, όλα κορίτσια. Κι εκεί πάνω στη γρέτζα επιφάνεια έπρεπε να παίρνουνε τ’ ανήλικα τον σπάγγο και να τόνε τυλίγουνε σε ματσάκια, έτοιμα να πάρουνε τον δρόμο για τα μαγαζιά: «προς πώληση», έγραφε η ταμπέλα του κιβωτίου.
Κι ο Τάσος κοίταζε πάντα σ’ αυτά τα μακρόστενα τραπέζια τα κοπελούδια μ’ ένα βάσταμα στην καρδιά, γιατί ήξερε τι εσήμαινε να πιάνεις από τόσο μικρή πόστο στις ματσετίνες. Δε θα πήγαινες ποτέ σκολειό, δε θα μάθαινες γράμματα, δε θα ‘χε άλλο δρομολόγιο η ζωή σου παρά να μεγαλώνεις μαζί με τη θέση που καπάρωσες: από τις ματσετίνες, στις ραπτομηχανές, μετά στ’ αργαλειά κι από κει καμιά φορά, μπορεί κι αρχιεργάτρια. Αν σου ‘χανε συμπάθεια τ’ αφεντικά. Μπορεί κι άμα άφηνες τον μικρότερο από τους δύο να κάμει και τίποτ’ άλλο, σε περίπτωση που τ’ άρεσε το σουλούπι σου. Γιατί το δεύτερο αφεντικό ήτανε λιμοκοντόρος και γυναικάς κι εκμεταλλευότανε τη θέση του αδιακρίτως.
Και τη ζωή σου να τη μετράνε η πρώτη, η δεύτερη κι η τρίτη πρωινή του Δεσύλλα κι εκείνη η πανηγυρική, η χαρμόσυνη σειρήνα της βάρδιας που τελείωσε και τα οκτάωρα τοκισμένα με υπερωρίες, μεροδούλι μεροφάι, με μόνο τις Κυριακές ένα μισερό διάλλειμα. «Εργοστάσιο Ιούτης, Λινού και Κάνναβης» έγραφε φάτσα κάρτα κρεμασμένη στο κούτελο η ταμπέλα της ζωής σου.
Όλα αυτά τα χρόνια στο εργοστάσιο παρακολουθούσε ο Τάσος τη Ροζέτα να μεγαλώνει: να ψηλώνουν τα κανιά της, να μακραίνουνε τα χέρια της, η λεκάνη της να φαρδαίνει και τα βυζιά της να τσιτώνονται στριμωγμένα μέσα στο μπλουζάκι και στο σουτιέν. Και τ’ άρεσε που ‘τανε λιγόλογη και που κρατούσε τα μάτια χαμηλά και δε φερότανε όπως άλλες, που κάνανε με τα βλέμματα το «ορίστε» στους άντρες που δουλεύανε στις μηχανές, όταν τους συναπαντούσανε μέσα στο μπουλούκι στο έμπα και στο έβγα της βάρδιας.
Στοίβαζε ο Τάσος τα τσουβάλια και τα απίθωνε στη γωνιά και με την άκρια του ματιού του την κοίταζε να ‘χει κιόλας ξεκινήσει. Ο αργαλειός ήθελε να ‘χεις το βλέμμα σου απίκο και το χέρι σου έτοιμο να ενώσει την κλωστή αν κοβότανε και το μηχάνημα αυτόματα σταματούσε. Και την παρατηρούσε να παραστέκει άγρυπνη το υφάδι, στο σύθαμπο του πρωινού, γιατί έξι και κάτι χάραμα δεκεμβριάτικο, το γυρόφερνε ακόμα να ξημερώσει. Κι ο θόρυβος των μηχανών ολοένα αύξαινε. Κι ήξερε ο Τάσος ότι ήτανε κομμάτι δύσκολο να κάνεις καλά τη δουλειά με τα μάτια και τα χέρια μαργωμένα από τη χειμωνιάτικη παγωνιά.
Και πόσες φορές έτσι που την έβλεπε, θα κόντευε τα δεκαοχτώ, δε σκεφτότανε τι καλά που θα ‘τανε ν’ ανταμώνανε τα μεροκάματά τους, τα κρεβάτια τους, τα σώματά τους και να βρούνε ένα καμαράκι πιο απλόχωρο και να χουχουλιάζονται τα βράδια για να στεγνώνουνε την υγρασία και να ζεσταίνουνε τ’ αγιάζι και τον χιονιά; Κι αναθεμάτιζε ντακάπο την ώρα και τη στιγμή που ‘χε γεννηθεί κεκές και ψευδός, γιατί δεν εμπόρουνε να ξεχωρίσει ακριβώς πότε και κάτω από ποιες συνθήκες είχε αποκτήσει αυτό το κουσούρι κι έλεγε μην ήτανε από γεννησιμιού του στάμπα ανεξίτηλη.
Και στοίβαζε κι απίθωνε με φούρια και σιγοτραγουδούσε.
«Δε θέλω να δουλεύεις, δε θέλω να δουλεύεις
δε θέλω να δουλεύεις, να βασανίζεσαι.
Θέλω να τρως να πίνεις, θέλω να τρως να πίνεις
θέλω να τρως, να πίνεις και να στολίζεσαι»
Πάντα είχε βιάση η δουλειά του αλλά σήμερα λες και τον είχε καταλάβει μια ανεξήγητη ταχύτητα, μια ταραχή δυσερμήνευτη. Να ‘τανε το δίπλωμα στις ξύλινες τάβλες που ‘χε αφήσει μέσα κι έξω του γρόμπους και κλειδώματα ή κανένας εφιάλτης από κείνους που ζωντανεύανε πού και πού στο χαμηλοτάβανο καμαράκι και παιζότανε μέχρι τέλους στους ξεφλουδισμένους τοίχους του; Ή να ‘τανε που ‘χανε περάσει μόλις τρεις μέρες από τ’ Αγιού τη γιορτή κι είχε πάρει, κατά το συνήθειο του, από πίσω τις μπάντες στα καντούνια, και με το ψευδό του «ταγατατζούμ», «ταγατατζούμ» τις συνόδευε ρυθμικά; Κι η μουσική πάντα κάτι ανακάτωνε μέσα του με τη βαθιά της κουτάλα. Σαν να μπέρδευε κι άλλο τ’ ατακτοποίητα και σαν στα τακτοποιημένα ν’ άλλαζε θέση και σειρά.

Κι έτσι πέρασε η ώρα κι ο Τάσος κόντευε να φινίρει με τα καναβάτσα και τα σακιά. Κι έκανε τη δουλειά του και όλο κοίταζε τη Ροζέτα στα κλεφτά. Την κοίταζε στα κλεφτά και δούλευε.
Ώσπου σε μια ανεπαίσθητη στιγμή τον ένιωσε να στέκεται σχεδόν δίπλα του. Με το γκρι φανελένιο κουστούμι του, το μακρύ αγγλικό πανωφόρι και το μεταξωτό μαντίλι στο λαιμό, δεμένο και σινιαρισμένο μέσα στο άνοιγμα που άφηνε το πουκάμισο. Την ήξερε ο Τάσος την κουστουμιά, δεν ήτανε χρεία να την κοιτάξει.
Τόνε νιώθει εκεί, αυτόν τον σιχαμένο και τον θρασύτατο. Πότε φύλαγε καραούλι σε ένα πέρασμα, πότε κόρταρε φόρα παρτίδα την ώρα της δουλειάς, πότε έστελνε όρντινο και καλούσε ονομαστικά στο γραφείο του κάποια που ‘χε σταμπάρει για τα περαιτέρω.
Και ξέρει ο Τάσος ότι τόνε κοιτάζει μ’ εκείνο το περιπαικτικό ύφος που το συνήθιζε και ότι ετοιμάζεται ν’ ανοίξει το στόμα, όπως πάντα, και ν’ αμολήσει τη χλευαστική κουβέντα και να τόνε κάνει ρεντίκολο στο γυναικομάνι με το χωρατό. Και δεν λάθεψε.
 -Τι γίνηκε σήμερα; Την εκούρδισες καλύτερα τη φωνή σου; ακούγονται μπάσα τα λόγια του μικρότερου αφεντικού κι αντηχούνε παράξενα μέσα στη μεγάλη αίθουσα ανακατωμένα με τον θόρυβο των αργαλειών.
  Δεν περνάει μέρα που να μη μπει μέσα και να μην τόνε κοροϊδέψει. Δεν περνάει μέρα που να μη φοβηθεί ο Τάσος για τη Ροζέτα, ότι έχει έρθει η δική της η σειρά για τα περαιτέρω. Κι ο Τάσος δεν ασκώνει το κεφάλι και δώσ’ του σωριάζει τις λινάτσες και τα σακιά. Μα η φωνή του αφεντικού ξανακούγεται επίμονη και πιο δυνατή αυτή τη φορά και καβατζάρει τον μηχανικό θόρυβο.
 -Δεν απαντάς, ε; Μα, εσύ, ένας λάτρης της μουσικής και να μην μπορείς να κουρδίσεις τη φωνή σου, πώς και τούτο; ρωτάει και κοιτάζει ένα γύρο τις γυναίκες που δουλεύουνε. Κοιτάει και τη Ροζέτα. Κι ο Τάσος σκυμμένος είναι σαν να βλέπει το κοροϊδευτικό ύφος και τα μότα που κάνει για να τόνε κογιονάρει και για να προκαλέσει τα γέλια τους. Κι η Ροζέτα είναι ανάμεσά τους.
Αέρας φύσηξε στην ψυχή του Τάσου. Βγήκε από μέσα του ή μπήκε μέσα του από κάποια αθέατη ρωγμή; Κανένας δε θα μπορούσε να βεβαιώσει. Μια φορά, εκεί μέσα στα σωθικά του ο αέρας σφυρίζει δυνατά, πολύ δυνατά και σηκώνει αντάρα. Κι όπως, λίγο πριν πεθάνεις, περνάνε αστραπιαία όλα τα επεισόδια της ζωής σου σαν ενσταντανέ από τα μάτια σου μπροστά, έτσι όλη η ζωή του Τάσου περνάει τούτη τη στιγμή μπροστά από τ’ ανοιχτά του μάτια: ζωή επαναλαμβανόμενη, σκυμμένη, μουντή. Όλη μέρα δουλειά για τις τάβλες και το ξεροκόμματο; Και τι στ’ αλήθεια μπορεί να προσφέρει στη Ροζέτα, αν αποφασίσει να ζήσει μαζί του;
Κι ο Τάσος αρπάζει τη σιδεριά που είναι πεσμένη εκεί παραδίπλα κι ορθώνοντας το κορμί του κι ισιώνοντάς το, τόσο όσο δεν το ‘χει κατορθώσει ποτέ και χωρίς να σκεφτεί τίποτα ουρλιάζει στ’ αφεντικό βαστώντας το σίδερο σαν δρεπάνι.
-Χάσου από τα μάτια μου. Κι εδώ μέσα αν θέλεις το καλό σου, μην ξαναπατήσεις. Και μπροστά σ’ όλο το γυναικολόι και τ’ αργαλειά τα ξερνάει όλα μπατιγκάδα χωρίς καθόλου ρετάρισμα.
Και μαζί με το χρώμα, που βλέπει να εξαφανίζεται από το μούτρο του μικρότερου αφεντικού, βλέπει και το χαμόγελο της Ροζέτας να φωτίζει το μελαχρινό της, όμορφο πρόσωπο.

Το διήγημά μου "Ο Τάσος ο Ταγατατζούμ", δημοσιευμένο στο τεύχος 39 του περιοδικού Ένεκεν (Απρίλης 2016), αφιερωμένο στη μνήμη της γιαγιάς μου
Αλεξάνδρα Μητσιάλη/Θεσσαλονίκη, Γενάρης 2016



Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

«Ένα πουλί στην πρίζα», στον Β’ Δημοτικό Παιδικό Σταθμό Γαλατσίου


Η συγγραφέας – εικονογράφος Λήδα Βαρβαρούση,
στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού της προγράμματος «Ζωγραφηγήσεις με τη Λήδα»
παρουσίασε με «ζωγραφήγηση»
το βιβλίο της «Ένα πουλί στην πρίζα»,
στον Β’ Δημοτικό Παιδικό Σταθμό,
ενθουσιάζοντας μικρούς και μεγάλους.
 
Η συγγραφέας ζωγράφισε σε χαρτί, στους τρεις τοίχους του παιδικού σταθμού, την ιστορία του πουλιού που ήταν κλεισμένο σε κλουβί μπροστά στον υπολογιστή. Οι τοίχοι του παιδικού σταθμού «ζωντάνεψαν» μέσα από τα σχέδια και τις εικόνες της Λήδας Βαρβαρούση.
 Η ιστορία εμπλουτίστηκε με ήρωες που πρότειναν τα ίδια τα παιδιά, συμμετέχοντας ενθουσιασμένα σε αυτή τη «ζωγραφήγηση» που τους έβαζε μέσα στο παραμύθι σ’ όλη τη διάρκειά της.

Μαζί με τις παιδαγωγούς πρότειναν συνεχώς νέους ήρωες
και έδιναν ιδέες για διάφορα θέματα που τους ρωτούσε η συγγραφέας, όπως για παράδειγμα
για τους τρόπους που μπορεί να ασφαλίσει το κλουβί του το πουλί για να μην του το κλέψουν, όταν θα πετάξει μακριά από αυτό για να γνωρίσει τον κόσμο.

 Ακολούθησε καταιγισμός ιδεών από τα παιδιά και πολύ έξυπνες ιδέες – λύσεις.  Τα παιδιά πρότειναν να βάλει κάμερες, κλειδαριά, συναγερμό, συρματόπλεγμα, αλλά και ξεκαρδιστικές, όπως να βάλει το κλουβί σε μπανιέρα.
 Η εικονογράφος κάλυπτε κάθε ιδέα και επιθυμία των παιδιών στο χαρτόνι δημιουργώντας μια υπέροχη ατμόσφαιρα και περνώντας ουσιαστικά μηνύματα για το σύγχρονο τρόπο ζωής, τη φιλία, την εξερεύνηση και την αληθινή ζωή που βρίσκεται έξω από οποιοδήποτε «κλουβί».

Μετά από  τη «ζωγραφήγηση» ακολούθησε εργαστήριο έμπνευσης, όπου με αφορμή το πουλί και το κλουβί του, ζητήθηκε από τα παιδιά να τα ζωγραφίσουν και να επιλέξουν αν θα βάλουν το πουλί έξω από το κλουβί του ή μέσα σε αυτό.

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Μαμάδες - Βούλα Παπαγιάννη



Είναι το διπλανό παιδί ίδιο με σένα; Σίγουρα όχι.
Ούτε και η μαμά του ίδια με τη δική σου.
Έτσι είναι στη ζωή.
Όλοι μας είμαστε διαφορετικοί ακόμα κι αν μοιάζουμε
σε πάρα πολλά σημεία.
Έλα να γνωρίσουμε κάποιες μαμάδες…
τη μαμά της Ερατώς, τη μαμά του Μπόρο,
 τη μαμά της Λουκίας, τη μαμά της Φρόσως 
και ίσως και τη δικιά σου... 

Βιβλίο με μικρές ιστορίες που παρουσιάζουν μέσα από στιγμές καθημερινές μαμάδες που ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα πρότυπα και είναι θύματα αρνητικών διακρίσεων κοινωνικών και ρατσιστικών. Πρόκειται για ευέλικτο ανάγνωσμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο στην αντιμετώπιση καταστάσεων διάκρισης μέσα στην ομάδα ή αισθημάτων κατωτερότητας λόγω της μητέρας κάποιου νηπίου ή μαθητή. 

13η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης 2016




12 -15 Μαΐου 2016 
ΤΙΜΩΜΕΝΗ ΧΩΡΑ: ΡΩΣΙΑ
ΘΕΜΑΤΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
3o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΝΕΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ
ΠΑΙΔΙΚΗ, ΕΦΗΒΙΚΗ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ


Με τιμώμενη χώρα τη Ρωσία και θεματικό αφιέρωμα υπό τον τίτλο Πρόσφυγες, τότε και σήμερα, πραγματοποιείται η φετινή 13η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης από τις 12 ως τις 15 Μαΐου στο χώρο του Διεθνούς Εκθεσιακού Κέντρου της πόλης.
 Το κεντρικό αφιέρωμα της έκθεσης έχει τίτλο «Πρόσφυγες, τότε και σήμερα» και σκοπεύει να αναδείξει τόσο τη σύγχρονη πραγματικότητα του προβλήματος, όσο και τις ιστορικές διαστάσεις του.Το αφιέρωμα περιλαμβάνει θεματική έκθεση βιβλίων, συζητήσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, πολυσυλλεκτική έκθεση φωτογράφων και φωτορεπόρτερ και προβολές ταινιών σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Το σύνολο των εκδηλώσεων που θα πραγματοποιηθούν είναι 284. 
 Στις εκδηλώσεις συμμετέχουν 500 ομιλητές: συγγραφείς, εικονογράφοι, μεταφραστές, ακαδημαϊκοί, κριτικοί, εικαστικοί, μουσικοί, δημοσιογράφοι, βιβλιοθηκονόμοι, εκπαιδευτικοί, εκδότες και εξειδικευμένοι επαγγελματίες από τον χώρο των εκδόσεων.


Η φετινή διοργάνωση περιλαμβάνει:


Α. Το πολιτιστικό πρόγραμμα που θα παρουσιάσει η τιμώμενη χώρα Ρωσία, στο πλαίσιο του Έτους Ελληνορωσικής Φιλίας, 2016, θα είναι ένα ταξίδι στην Ιστορία, τις Τέχνες και τον Πολιτισμό της Ρωσίας. Συζητήσεις με συγγραφείς, στρογγυλά τραπέζια, παρουσιάσεις βιβλίων, διαλέξεις, ποιητικές βραδιές, κινηματογραφικές προβολές, εκθέσεις, συνεργατικές δράσεις με τα σπουδαία μουσεία της Ρωσίας, εκπαιδευτικά γλωσσικά και μεταφραστικά προγράμματα, δράσεις για εφήβους και παιδιά θα πλαισιώσουν αυτό το μεγάλο αφιέρωμα στη Ρωσία. Ένα πρόγραμμα με πολλούς άξονες δράσεων, προκειμένου να αποτυπώσει το πολιτιστικό προφίλ και τους δεσμούς τόσο με τον χώρο του Βιβλίου, όσο και με τους χώρους των Τεχνών και της Εκπαίδευσης, δίνοντας μας έτσι ένα πανόραμα της σύγχρονης πολιτιστικής πραγματικότητάς της χώρας. Παράλληλα θα αναδειχθούν οι υπαρκτές ή οι εν δυνάμει σχέσεις με την πολιτιστική ζωή της Ελλάδας, είτε αυτές αφορούν στην παρουσίαση προγράμματος επιχορήγησης της μετάφρασης και έκδοσης ρωσικών βιβλίων στην ελληνική γλώσσα, είτε τη σύγχρονη εκδοτική δραστηριότητα των ρωσικών μοναστηριών του Άθω.

Β. Το θεματικό αφιέρωμα της φετινής Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης υπό τον τίτλο "Πρόσφυγες, τότε και σήμερα" στοχεύει να αναδείξει τη σύγχρονη πραγματικότητα του προβλήματος, αλλά και τις ιστορικές διαστάσεις του, και περιλαμβάνει: Επιστημονικές και κοινωνικοπολιτικές Συζητήσεις και Ημερίδες, Λογοτεχνικές προσεγγίσεις αλλά και Μαρτυρίες, Προβολές ντοκιμαντέρ, Εικαστικές εκθέσεις με έργα διαφορετικών μορφών τέχνης -ζωγραφική, χαρακτική, γλυπτική, βίντεο, κατασκευές-, παρουσιάσεις και αναγνώσεις βιβλίων με παράλληλη προβολή οπτικοακουστικού υλικού και αφορούν κλασικές εκδόσεις αλλά και εκδόσεις σε μορφή κόμικς, θεματική έκθεση βιβλίων και φωτογραφικές εκθέσεις.



Γ. Το πνεύμα της πολυπολιτισμικότητας που διέπει το διεθνή χαρακτήρα της ΔΕΒΘ υποστηρίζεται στη φετινή διοργάνωση με τη συμμετοχή 24 ξένων συγγραφέων και ένα φεστιβάλ Μετάφρασης που θέτει και πραγματεύεται τα ζητήματα της γλώσσας και της επικοινωνίας των ιδεών μέσω των μεταφράσεων και των μεταφραστών.
 Συγκεκριμένα οι ξένοι συγγραφείς που θα συμμετάσχουν, και θα συναντήσουν τους αναγνώστες τους στη 13η ΔΕΒΘ είναι: 3 από την Αγγλία (Rob Davis, DanielHahn, PhilipKerr), 2 από τη Γαλλία (MarcBoutavant, LaurentBinet), 1 από τη Γερμανία (Carmen-FrancescaBanciu), 5 από το Ισραήλ (YishaiSharid, OrlyCastel-Bloom, Avirama Golan, AlonHilu, YaelDayan), 2 από την Ιταλία (DiegoMarani, LuigiBallerini), 4 από τον Καναδά (RawiHage, MadeleineThien, JosephKertes προσκεκλημένοι του Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Τορόντο και ο DenisThériault), 1 από την Κροατία (IvanSrsen,) 2 από τη Ρουμανία (RostasZoltan, Monica Savulescu Voudouri), 3 από την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (Vladimir Martinovski, Stojcevska Antik Vera, Vlada Urosevic), και 1 από τη Χώρα των Βάσκων (Katixa Agirre Miguélez).


Δ. Σε συνέχεια του 1ου Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, που διοργανώθηκε τον Δεκέμβρη του 2011 από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, αλλά και του 2ου που διοργανώθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού (στο πλαίσιο της 12ης ΔΕΒΘ), και μετά την θερμή υποδοχή που είχε από τους νέους συγγραφείς αλλά και το κοινό, διοργανώνεται φέτος το 3ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, δίνοντας το βήμα στις νέες λογοτεχνικές φωνές.
Τα κριτήρια για την επιλογή των συμμετεχόντων ήταν: να είναι έως το πολύ 40 ετών, να έχουν έως δύο βιβλία στο ενεργητικό τους και να μην έχουν λάβει ξανά μέρος στα δύο προηγούμενα Φεστιβάλ. Ζητήθηκε, μάλιστα, η συμμετοχή των βραβευθέντων του 1ου Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, για να μοιραστούν την ήδη πενταετή εμπειρία τους μετά τη βράβευσή τους.



E. Ένας από τους δυναμικότερους πόλους έλξης των επισκεπτών της έκθεσης αποτελεί η καθιερωμένη 

Παιδική, Εφηβική και Εκπαιδευτική Γωνιά στην οποία οργανώνονται πολλαπλές εκδηλώσεις που περιλαμβάνουν τόσο τις αφηγηματικές, διαδραστικές και εν γένει ευρηματικές παρουσιάσεις της τρέχουσας παραγωγής βιβλίων,

 όσο και την παρουσίαση θεμάτων που αφορούν την κοινωνική και σχολική ζωή όλων των συντελεστών της Εκπαίδευσης, αλλά και τους γονείς.


Σημαντική δράση είναι και αυτή που εμπνεύστηκαν οι διοργανωτές υπό τον τίτλο


"Χνάρια με λόγια και εικόνες"

Στο πλαίσιο του θεματικού αφιερώματος της φετινής Έκθεσης, περισσότεροι από 100 συγγραφείς και εικονογράφοι 
  
ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των διοργανωτών να γράψουν φράσεις και να ζωγραφίσουν εικόνες με θέμα τους πρόσφυγες. Τα λόγια και οι εικόνες τους θα γίνουν τα χνάρια που θα ακολουθούνται από τους μικρούς και μεγάλους επισκέπτες της Έκθεσης στη διαδρομή τους προς την Παιδική Γωνιά.


ΣΤ. Στο πλαίσιο της διοργάνωσης της 13ης ΔΕΒΘ θα πραγματοποιηθούν Ειδικές Εκδηλώσεις που περιλαμβάνουν:

Εκδηλώσεις προς τιμήν του Αριστοτέλη για το επίσημο έτος Αριστοτέλη το 2016. Ενόψει του Παγκόσμιου Συνεδρίου «Αριστοτέλης 2400 Χρόνια» που διοργανώνει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 23 έως 28 Μαΐου, πραγματοποιείται προσυνεδριακή συζήτηση με το ομώνυμο θέμα και Παρουσίαση των Απάντων του Αριστοτέλη.

Εκδηλώσεις εν όψει του έτους Καζαντζάκη 2017. Ο Οικουμενικός και Διαχρονικός Λόγος του Καζαντζάκη. Προεόρτιο αφιέρωμα στον άγρυπνο της Ρωμιοσύνης, με την ευκαιρία της ανακήρυξης του έτους 2017 ως έτος «Νίκου Καζαντζάκη». 

Εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση των 400 χρόνων από τον θάνατό του Σαίξπηρ. Παρουσίαση της δίγλωσσης έκδοσης του βιβλίου «Τα σονέτα», του Ουίλιαμ Σαίξπηρ σε Εισαγωγή, μετάφρασητης Λένιας Ζαφειροπούλου και   Εκδήλωση υπό τον τίτλο «Ουίλιαμ Σαίξπηρ ‒ 400 χρόνια μετά / Το αύριο που βλέπαμε χθες». 
Παράλληλα σε όλη την διάρκεια της Έκθεσης θα πραγματοποιηθούν επαγγελματικές συναντήσεις, θεματικές ημερίδες, εργαστήρια μετάφρασης, ομιλίες, στρογγυλά τραπέζια, κινηματογραφικές προβολές, εικαστικά και θεατρικά δρώμενα.

Η 13η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης προσβλέπει σταθερά στη διεύρυνση των οριζόντων της ανάγνωσης, την υποστήριξη των Ελλήνων εκδοτών, την ανάδειξη νέων, αλλά και την αναγνώριση παλαιότερων εγχώριων και διεθνών δημιουργών, καθώς και τη σύνδεση όλων των παραπάνω με την κοινωνικοπολιτική εθνική και διεθνή συγκυρία. Πάνω από όλα αποτελεί και φέτος μια σημαντική διαδραστική συνάντηση των ανθρώπων (δημιουργών και αναγνωστών) γύρω από το βιβλίο, τις τέχνες και τον πολιτισμό, ενώ η συμμετοχή στη φετινή διοργάνωση των Αρχών, των επιστημονικών και πολιτιστικών Ιδρυμάτων και Φορέων, καθώς και της πανεπιστημιακής και σχολικής κοινότητας της πόλης, είναι ενεργή τόσο σε πραγματικό, όσο και σε συμβολικό επίπεδο, δίνοντας τη διάσταση ενός σημαντικού κοινωνικού γεγονότος.


Η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (ΔΕΒΘ) εγκαινιάστηκε τον Μάιο του 2004 θέτοντας ένα νέο ζητούμενο: να εντάξει την Ελλάδα στο χάρτη των διεθνών εκθέσεων βιβλίου, δημιουργώντας έναν νέο κομβικό άξονα πολιτιστικών και εμπορικών συναλλαγών στον χώρο της παγκόσμιας εκδοτικής παραγωγής.

Η ΔΕΒΘ είναι η μόνη διεθνής έκθεση βιβλίου που πραγματοποιείται στην Ελλάδα αποτελώντας ένα πολιτιστικό σταυροδρόμι μεταξύ Ευρώπης, Βαλκανίων, Μεσογείου και Μέσης Ανατολής. Πραγματοποιείται κάθε Μάιο στις εγκαταστάσεις της ΔΕΒ-HELEXPO στη Θεσσαλονίκη και αποτελεί συνδιοργάνωση των: Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού (ως διάδοχος του καταργηθέντος Εθνικού Κέντρου Βιβλίου), ΔΕΒ-HELEXPO, Ελλήνων Εκδοτών και Δήμου Θεσσαλονίκης, υπό την εποπτεία και με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Προσελκύει κάθε χρόνο περισσότερους από 400 επαγγελματίες του βιβλίου από την Ελλάδα και 30 άλλες χώρες, ενώ πραγματοποιούνται κατά μέσο 200 πολιτιστικές εκδηλώσεις με την παρουσία σημαντικών Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, ακαδημαϊκών, διανοούμενων, ανθρώπων του πολιτισμού και των τεχνών. Η επισκεψιμότητά της ξεπερνά τις 65.000 κατά μέσο όρο, ετησίως.

Η ΔΕΒΘ μετά από δώδεκα χρόνια λειτουργίας καθιερώθηκε ως ένας από τους πλέον σημαντικούς πολιτιστικούς θεσμούς της χώρας με διεθνή αναγνώριση, ενώ από το 2006 είναι μέλος του «κλαμπ Διεθνών Εκθέσεων Βιβλίου» και συμμετέχει στις ετήσιες επαγγελματικές συναντήσεις που οργανώνει η ΔΕΒ Φραγκφούρτης.




13th Thessaloniki International Book Fair