Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Το νερένιο φουστανάκι -Φωτεινή Στεφανίδη



   Αρχή καλοκαιριού του 1971. Στον αποχαιρετισμό για τη σχολική χρονιά, η δασκάλα της τρίτης τάξης (πού εκείνη της πρώτης…), αφού μας εύχεται στεγνά καλό καλοκαίρι και να κάνουμε  επαναλήψεις, βγάζει από την τσάντα της μια …ποδιά του σχολείου. “Σας δείχνω, παιδιά”, απευθυνόμενη μόνο στα κορίτσια, “ποια είναι η ποδιά που ορίζει για του χρόνου το Υπουργείο. Θα ήταν καλό να την προμηθευτείτε όλες”. Το Υπουργείο; Τι είναι αυτό; Ξαφνικά, η ποδιά αυτή, η αυστηρή, η σκούρα, πολύ σκούρα μπλε, σχεδόν μαύρη, χωρίς καν τον άσπρο της γιακά, ένιωθα να με καταπίνει στα ωκεάνεια βάθη της υπό το βλέμμα του Υπουργείου. Ξεκινώ για το σπίτι. Τα θροΐσματα απ’ τις λεύκες και τους ευκάλυπτους, η ευωδιά των πεύκων και τα αγριολούλουδα στα χωματένια πεζοδρόμια, μ’ έκαναν να ξεχάσω τα πάντα περί ποδιάς και Υπουργείου το ίδιο μεσημέρι. Η αμνησία εξασφαλίστηκε πλήρως με την τρίμηνη εξορία που επέβαλε όπως κάθε χρόνο η μητέρα στην τσάντα -και στις επαναλήψεις μαζί- στο πατάρι της κουζίνας.

Μέσα του Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς. “Σούλα, τρώμε πια; τι σουβλίζεις εκεί;”, ο πατέρας. Σκυμμένη στη λάμπα της αυλής, η μάνα έπλεκε κάτι λεπτό, λευκό. “Το γιακαδάκι του παιδιού για αύριο, τελειώνω, να μην είναι σκέτο..!” Ωχ, αστραπή ήρθε στο νου η μαύρη ωκεάνια ποδιά. Δεν χαλώ τη βραδιά με τίποτε. Τριζόνι, βατράχι, ο πατέρας στην κιθάρα, το καρπούζι στο μπολ, ο αδελφός μπάλα στη γειτονιά. Άχνα δεν βγάζω.

Πρώτη μέρα του σχολειού η επομένη. Εφτάμιση το πρωί, το γάλα αχνίζει, το ψωμί με το μέλι μοσχοβολά, η τσάντα γυαλισμένη σαν καινούργια, το τετράδιο ντυμένο την μπλε κόλλα και την ετικέτα ομορφοκολλημένη ψηλά ψηλά, το μολύβι καλοξυσμένο, η γομολάστιχα μπλε κόκκινη, το μπλε στυλό, η ξύστρα, και η …ποδιά στην κρεμάστρα. Τι ήταν αυτό! Τυρκουάζ σαν το νερό της πισίνας η ποπλίνα της, με ανοιχτό λαιμό, χωρίς καθόλου μανίκια, κατάλευκο γιακά πλεγμένο στο βελονάκι, και δυο λουλουδάκια κεντημένα στις σουρωτές τσέπες. Χειροποίητη από τα χέρια της. “Μαμά μου, μήπως έπρεπε να είναι μπλε;” (ποιο μπλε ακριβώς, άλλο ζήτημα). “Δεν είμαστε καλά, με αυτή τη ζέστη θα σκάσεις μέσα στα σκούρα! (Θεέ μου, εννοεί την περσινή) Πέρασες και βρογχικά, απαγορεύεται να ιδρώσεις”. Άντε να τολμήσω να πω για τη …μαύρη και άραχλη ποδιά. “Μισό λεπτό”, μου φωνάζει, και περνά στο χέρι μου το βραχιόλι με τις τυρκουάζ πετρούλες. Το σύνολο συμπληρώνουν τα πασχαλινά άσπρα παπουτσάκια με την μπαρέτα, τα φρεσκοπερασμένα με στουπέτσι.


Χτυπά το κουδούνι. Συγκεντρωνόμαστε στη γραμμή. Οι σκούρες ποδιές αγγίζουν το εβδομήντα τοις εκατό. Οι υπόλοιπες στο περσινό χρώμα, κάτι σαν της σημαίας το μπλε, οι περσινές δηλαδή αυτοπροσώπως, πλυμένες και σιδερωμένες. Και ανάμεσά τους, το τυρκουάζ όνειρο. Τελειώνει ο αγιασμός, σπρωχνόμαστε με γέλια και φωνές, κάνω το κορόιδο. Κρρ! Το ζωνάκι μαγκώθηκε, πού; ξηλώνεται και λίγο. Με τραβάει, με ψαρεύει η δασκάλα. “Καλά βρε παιδάκι μου, ας έβαζες την περσινή, τι είναι αυτό που φόρεσες; Αύριο με τον πατέρα ή τη μάνα σου εδώ.”
Τι της είπε ο πατέρας, τι έγινε, άγνωστο. Πάντως φόρεσα το νερένιο φουστανάκι όσο κράτησαν οι ζεστές μέρες δηλαδή ένα μήνα και βάλε. Κι ένα βράδυ άκουσα από το κρεβάτι μου: “Όχι που θα μαυροφορέσουμε το παιδί, μαυροφοράει όλη η Ελλάδα, φτάνει”.
της Φωτεινής Στεφανίδη
http://www.presspublica.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου