Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

"Υψηλόν βαρομετρικόν" -Δημήτρης Χίλιος


ΚΑΥΣΩΝΑ ΕΙΧΑΜΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ Κυριακή του Ιουλίου 1973, μα τότε ο όρος δεν ήταν ακόμα γνωστός και λέγαμε μεγάλη ζέστη. Λίγες οι τηλεοράσεις, το λεξιλόγιο όσων φρόντιζαν την ενημέρωση περιοριζόταν σε κουβέντες πολύ συγκεκριμένες.
Η εθνική κυβέρνησις..., Σκοπός της επαναστάσεως..., Σύσσωμον το έθνος θα οδεύσει..., Οι διασαλευταί της εννόμου τάξεως θα παταχθούν,
τέτοια.

Όταν η ωτομοτρίς, σφυρίζοντας, έφτανε στην κωμόπολη, κόντευε μία το μεσημέρι. Κλειστά τα καφενεδάκια του Σταθμού και στον παχύ ίσκιο που έριχναν οι μουριές δίπλα στις ράγες, πέντ’ έξι κότες της γειτονιάς, ξεπνοϊσμένες, με τα φτερά κατεβασμένα. Κι ένα κανελλί σκυλί λαχάνιαζε, με τη γλώσσα δυο σπιθαμές βγαλμένη.

Από τα σκαλοπάτια του μοναδικού βαγονιού κατέβαιναν όπως-όπως καμμιά σαρανταριά άτομα, γυναικόπαιδα κυρίως, μισόγυμνα μα απαραιτήτως καπελωμένα, φορτωμένα με τα χρωματιστά σωσίβια, εκείνα με το κεφάλι αλόγου σε κορμί κουλούρας. Παιδαρέλια που δεν πάψανε στιγμή τις φωνές και τα χασκόγελα, αναψοκοκκινισμένα στη λάβρα του ήλιου και την αλμύρα της θάλασσας και, πίσω-πίσω, μια δεκαριά γριές από τα ιαματικά λουτρά, χωρίς μπανιερά και σωσίβια αυτές, παρά με χοντρές μάλλινες ζακέττες, στο κεφάλι σκούρα μαντήλια, οι χήρες απαραίτητα μαύρα.



Το τραινάκι, ένα βαγόνι με μηχανή όλο κι όλο στη γραμμή Κυπαρισσία - Πύργος - Πάτρα, το πρωΐ έτρεχε με βογγητά και σφυρίγματα στην αντίθετη διαδρομή, επέστρεφε τώρα απ΄ τον Καϊάφα και ξέβραζε στους Σταθμούς τους επιβάτες που, καταγανακτισμένοι από το στριμωξίδι, βάζανε μια φωνή στους ΣΠΑΠικούς. Χάθηκε ακόμα ένα βαγόνι, να ξεπερετηθεί ο κόσμος;
Ο σταθμάρχης, ξεσκούφωτος, πετάχτηκε να δώσει απ’ το παράθυρο στον μηχανοδηγό ένα κίτρινο χαρτί με σφραγίδες. Σφύριξε ξεψυχισμένα, κατέβασε το σημαιάκι, η ωτομοτρίς ξεκίνησε αμέσως μιας και δεν θα διασταυρωνόταν εδώ με το αθηναϊκό –τούουουουτ-τούουουτ, μας αποχαιρέτισε– και γύρισε με γκριμάτσα απόγνωσης στη σκιά του πέτρινου κτίσματος.
Η σφυρίχτρα κρεμόταν σε μικρή αλυσίδα απ’ το τσεπάκι. Ο ιδρώτας λέκιαζε στις μασχάλες το γαλάζιο πουκάμισο.
Στο μικρό γραφείο με τον χάρτη της διαδρομής των σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, τα εισιτήρια παρατεταγμένα σε μικρά ραφάκια στον τοίχο, κατά δρομολόγιο και χιλιομετρική απόσταση• στο τραπέζι μολύβια, σφραγίδες, κι ο τηλέγραφος να παίζει ασταμάτητα γράφοντας παύλες και τελείες στη λευκή κορδέλα.
Από την άλλη μεριά του κτηρίου, εκεί που ξεκίναγε η δενδροστοιχία με τις μουριές, ένα γραφειάκι μικρότερο για τον κλειδούχο, αποθήκη πες. Έξω από την πόρτα η πλάστιγγα για τις ασυνόδευτες αποσκευές, μέσα δέματα και κασόνια περίμεναν τον παραλήπτη.
Στο υπόλοιπο οίκημα έμενε η οικογένεια του σταθμάρχη. Γυναίκα, δυο παιδιά, πεθερά και μια ανύπαντρη κουνιάδα, μεγαλοκοπέλα.
Πεθερά και κουνιάδα κουβαλήθηκαν εδώ για το καλοκαίρι, με τον μπόγο τους, κένταγαν τσεβρέδες με μανία στον ίσκιο της κληματαριάς, έριχναν τον πικρό τους λόγο για το κάθε τι, συμβούλευαν μικρούς μεγάλους ασταμάτητα• κι ο σταθμάρχης, σκασμένος, μέτραγε τις μέρες ως τον Δεκαπενταύγουστο, να ξεκουμπιστούν στο χωριό τους.
Τα τζιτζίκια σήκωναν τον κόσμο στο πόδι απ’ το τραγούδι, άλλο ζωντανό δεν έβρισκε δύναμη μήτε ν’ αναδευτεί τούτη την ώρα. Ένας πηχτός ιδρώτας νόμιζες θα έπνιγε το κάθε τι, και οι κολυμβητές παίρναμε τις ανηφόρες σέρνοντας πέδιλα και σαγιονάρες με κεφάλια κατεβασμένα, κατάκοποι στο λιοπύρι.
Πολλοί θα παίρναν μαζί με τον δρόμο της επιστροφής και το φαΐ από τον φούρνο• την Κυριακή το συνήθιζαν.
Κρέας ή κοτόπουλο, το στέλνανε να ψηθεί έξω με πατάτες ή ζυμαρικό στη σακκούλα, χυλοπίττες, κριθαράκι, που θα το έριχνε ο φούρναρης στο ταψί με την κοφτή παραγινωμένη ντομάτα μαζί με δυο μπρίκια βρασμένο νερό, σαν μισοψηνόταν το κρέας.


Επιστρέφαμε οι θαλασσινοί, κολύμπι δεν ήξερα, μάλλον φοβόμουν τη θάλασσα, αλλά μου άρεσε τούτο το καλοκαιρινό πέρα-δώθε, να φεύγω μακριά απ’ το σπίτι. Στην αρχή, την πρώτη χρονιά, η μάνα μου με χρέωνε σε διάφορες γνωστές της, γειτόνισσες, για να έχουν το νου τους. Μετά σιγά-σιγά, δεύτερη χρονιά που πήγαινα μονάχος στη θάλασσα, φέτος δηλαδή, ξέκοψα, ούτε πού τις πλησίαζα.
Και όχι μονάχα αυτό, παρά απομακρυνόμουν όσο γινόταν από κοντά τους γιατί, ξέχωρα από τ’ ότι ήσαν όλες χοντρές, κακάριζαν σαν τις κότες με κάτι αστεία αηδίες, κολάτσιζαν τον περίδρομο στον ίσκιο των πεύκων και ντρεπόμουν να είμαι μαζί τους.





Τότε έμπαινα, συχνά αυθαίρετα, σε παρέες μεγαλύτερων, αγοριών και κοριτσιών, που ρούφαγα αμίλητος τις κουβέντες τους. Πολλές φορές με δούλευαν κιόλας, γέλαγαν σε βάρος μου. Τότε έκανα πως θύμωνα, μα κατά βάθος μου άρεσε που, μεγάλοι αυτοί, ασχολούνταν μαζί μου.
Αν ήξερα κάτι απ’ όσα λέγανε πεταγόμουν γρήγορα να προφτάσω να το πω, να δείξω πως ξέρω περισσότερα απ’ όσα άλλοι στην ηλικία μου, άρα έπρεπε να με κάνουν παρέα. Και όσο γέλαγαν ή δεν μου έδιναν σημασία –το χειρότερο!-, τόσο πείσμωνα.....

Απόσπασμα από το διήγημα "Υψηλόν βαρομετρικόν" (1997)


Ο Δημήτρης Χίλιος γεννήθηκε στο Επιτάλιο της Ηλείας το 1960.
Σπούδασε δημοσιογραφία και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά. 
Κατ’ αρχήν διέπραξε έρευνες, χρονογραφήματα, επετειακά και ιστορικά αφιερώματα, προπονούμενος για σοβαρός συγγραφέας. 
Στη συνέχεια το γλύκανε με σχόλια επί παντός του επιστητού, κείμενα για το θέατρο, την τηλεόραση.
Μόλις ο κύκλος των δημοσιευμάτων έκλεισε,
 βάλθηκε να γράφει και να σκίζει κατ΄οίκον και προς ιδίαν τέρψιν.
Εργάζεται στην Εθνική Πινακοθήκη.
Καταγινόμενος με το διήγημα συμμετείχε σε ομαδικές εκδόσεις, 
ενώ το 1995 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του
 Το Συγκέσιο, επτά ηθογραφικά διηγήματα.

Το 2001 από τις εκδόσεις Πατάκη 
κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα 
Με το σφύριγμα του τραίνου, 
μια καταγραφή της καθημερινότητας στην ελληνική επαρχία 
στα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Τα Χάρτινα φιλιά είναι η δεύτερή του απόπειρα.




















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου