Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Γράμμα σ’ ένα παιδί για τη Φιλαναγνωσία - Βαγγέλης Ηλιόπουλος



Καλοί μου φίλοι,
σας γράφω γιατί σήμερα είχα μια αναπάντεχη συνάντηση. Όπως γύριζα στο σπίτι άκουσα ένα κλάμα. Κοίταξα γύρω μου. Δεν είδα κανέναν. Όμως το κλάμα συνεχιζόταν γοερό. Κοίταξα πάλι και τότε είδα ένα βιβλίο πεσμένο στην άκρη του πεζοδρομίου. Αυτό ήταν που έκλαιγε. Το πήρα στα χέρια μου και το ρώτησα

 «Γιατί κλαις;»
«Όπως έπεσα κάποιες σελίδες μου τσακίστηκαν. Πόνεσα. Ευτυχώς δε σκίστηκαν»
«Πώς βρέθηκες εδώ; Σε πέταξαν;»
«Δε θυμάμαι. Πήγαινα με το φίλο μου, έναν μικρό αναγνώστη, στο σπίτι του.»
«Σε είχε αγοράσει από βιβλιοπωλείο ή σε είχε δανειστεί από Βιβλιοθήκη;»
«Δε θυμάμαι σου λέω. Κι ήθελα τόσο να απολαύσει την ανάγνωσή μου.»
«Πώς ξέρεις ότι θα απολάμβανε;»
«Είμαι συναρπαστικό βιβλίο εγώ. Υπάρχει παιδί που δε θέλει παρέα με υπέροχους φίλους να ταξιδεύει πέρα από τα σύνορα του τόπου και του χρόνου;»

 «Αυτό θα τον βοηθούσε να καταλάβει τον κόσμο αλλά και τον εαυτό του!»
«Εσύ, για να το ξέρεις αυτό, είσαι σίγουρα βιβλιόφιλος!»
Του απάντησα πως μου αρέσει πολύ να διαβάζω αλλά και να γράφω βιβλία!
«Τι τυχερό που είμαι», φώναξε, «με βρήκε ένας συγγραφέας! Εσύ μπορείς να παρακαλέσεις τον Πήτερ Παν ή το Μικρό Πρίγκιπα να πετάξουν και να βρουν το φίλο μου;»
«Ξέρεις αυτοί είναι λογοτεχνικοί ήρωες! Γεννήθηκαν στο μυαλό ενός συγγραφέα και ζουν μέσα σε βιβλία όπως εσύ!»

 «Αλήθεια; Έχω κι εγώ έναν ήρωα άξιο να αγαπηθεί. Ο ήρωάς μου ταξιδεύει στο παρελθόν μέσα από έναν υπολογιστή. Και στη σελίδα 88…»
 «Τι γίνεται στη σελίδα 88;»
 «Πήγαινε να διαβάσεις. Ό,τι καταλάβεις, αυτό γίνεται! Ο αναγνώστης δίνει νόημα στο
κείμενο.»
« Άλλωστε αυτός σε διαλέγει ανάμεσα σε αμέτρητα άλλα βιβλία»
 
Τι ήθελα να το πω. Του θύμισα το μικρό αναγνώστη που το είχε διαλέξει κι έβαλε πάλι τα
κλάματα, γιατί δεν πρόλαβε να δημιουργήσει μια σχέση μαζί του.
«Τι σχέση;»
«Από όλα τα βιβλία που διαβάζει κάποιος, μερικά τα ξεχωρίζει. Τα διαβάζει ξανά και ξανά.
Δεν τα αποχωρίζετε ποτέ. Είναι αυτά που έχουν αγγίζει την ψυχή του. Που τον έχουν λίγο
αλλάξει. Τέτοιο ήθελα να γίνω για αυτόν.»

Εκείνη την ώρα είδα ένα παιδί να έρχεται σιγά σιγά με το ποδήλατό του κοιτώντας σα να
ψάχνει κάτι. Μόλις με παρατήρησε έτρεξε κοντά μου.
«Είναι δικό μου το βιβλίο που κρατάτε», μου είπε
«Χαίρομαι που γύρισες να το πάρεις. Το είχες πετάξει;»
«Ακόμη κι αν έπρεπε να πετάξω όλα τα βιβλία από την τσάντα μου, αυτό ποτέ!»

Έφυγε κρατώντας το στην αγκαλιά του. Κι εγώ έμεινα να τους κοιτάω και να σκέφτομαι
πως αυτή η συνάντησή μου με το βιβλίο δε θα έχει νόημα αν δεν την μοιραστώ μαζί
σας.

Καλές Αναγνώσεις
Βαγγέλης


Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Το θαλασσινό τριφύλλι - Οδυσσέας Ελύτης


Το θαλασσινό τριφύλλι
Θέμης Τσιρώνης

Το θαλασσινό τριφύλλι

Μια φορά στα χίλια χρόνια
του πελάγου τα τελώνια

Μες στα σκοτεινά τα φύκια
μες στα πράσινα χαλίκια

Το φυτεύουνε και βγαίνει
πριν ο ήλιος ανατείλει

Το μαγεύουνε και βγαίνει
το θαλασσινό τριφύλλι

Κι όποιος το 'βρει δεν πεθαίνει
    κι όποιος το 'βρει δεν πεθαίνει

Μια φορά στα χίλια χρόνια
κελαηδούν αλλιώς τ' αηδόνια

Δε γελάνε μήτε κλαίνε
μόνο λένε μόνο λένε:

-Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια

Να 'χεις τύχη να 'χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει

Κι από τ' ουρανού τα μέρη
    την αγάπη να σου φέρει

Το θαλασσινό τριφύλλι
ποιος θα βρει να μου το στείλει

Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.



 Ο ταχυδρόμος

Κάθε πρωί οπού ξυπνώ
τρέχω στην πόρτα και κοιτώ

Τρίτη Κυριακή Δευτέρα
κι άλλη μια χαμένη μέρα

Πάνε κι έρχονται ολοένα
τα βαπόρια και τα τρένα

Ταχυδρόμε ανάθεμα σε
μόνο εμένα δε θυμάσαι

Πιάνει ο κόσμος περιστέρια
κι εγώ μένω μ' άδεια χέρια

- Γράμμα τέτοιο δε λαβαίνεις
άδικα μην περιμένεις

Δεν σου το 'χουνε γραμμένο
κι αν σου το 'χουν πάει αλλού

Άλλος μένει εκεί που μένεις
και το δίνουνε αυτουνού

Ίσως να 'ναι και σταλμένο
σ' άνθρωπο του φεγγαριού

Ή και παραπεταμένο
σε μιαν άκρη τ' ουρανού.

 
Από το βιβλίο  
Οδυσσέας Ελύτης, 
Τα ρω του έρωτα
(συλλογή: Το θαλασσινό τριφύλλι)
εκδ. ύψιλον, 1986




 
Ο ΔΙΣΚΟΣ " ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ "
ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΛΙΝΟΥ ΚΟΚΟΤΟΥ
ΚΑΙ ΣΕ ΠΟΙΗΣΗ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ 1972


Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Γράμμα σ’ ένα παιδί για τη Φιλαναγνωσία - Άλκη Ζέη




Αγαπητά μου παιδιά,
Σας γράφω γιατί δεν ξέρω σε ποιον να το πω και αν δε μιλήσω θα σκάσω.
Με λένε Νίκο, είμαι εφτά χρονών και πάω στη δευτέρα δημοτικού. Δεν ξέρω γιατί ο μπαμπάς και η μαμά εδώ και μέρες είναι όλο μούτρα. Ακόμα κι η γιαγιά όταν έρχεται να μας δει – μούτρα κι αυτή. Όλο ρωτάει τον μπαμπά:
- Κανένα νέο;
- Κανένα, απαντάει εκείνος και… μουτρώνει πιο πολύ.
Καλά, η μαμά έτσι κι αλλιώς δε μιλιέται. Μόνο ο παππούς είναι χαμογελαστός. Δηλαδή χαμογελάει στη φωτογραφία του που είναι μέσα σ’ ένα κάδρο στο γραφείο του μπαμπά.
Γιατί ο παππούς και να ήθελε, δεν μπορούσε να κάνει μούτρα. Έχει πεθάνει πριν χρόνια, όταν εγώ ήμουνα μωρό.
Και να πεις πως έχω κάνει αταξίες και μουτρώνουνε. Παράξενο μα όλη τη βδομάδα βαριόμουνα να κάνω αταξίες. Ούτε έσκισα το μπλουτζίν μου ούτε έγραψα με μπικ πάνω στο άσπρο μου μπλουζάκι… κινέζικα.
Αυτοί όμως ούτε το πήρανε είδηση πως ήμουνα φρόνιμος.
Ο μπαμπάς που κάθε πρωί έφευγε πιο νωρίς από μένα, τώρα με πάει στο σχολείο. Και δεν έρχεται η γιαγιά να με πάρει όπως πάντα, γιατί η μαμά τελειώνει τη δουλειά της αργά.
Έρχεται η μαμά. Με τη γιαγιά ήτανε πιο διασκεδαστικά γιατί φλυαρούσαμε σ’ όλο τον δρόμο. Η μαμά μουγγή με κατεβασμένα μούτρα. Ορκίζομαι πως δε φταίω εγώ.

Την Κυριακή το πρωί, είχα ξυπνήσει, χάζευα όμως στο κρεβάτι μου και προσπαθούσα να πιάσω τις αχτίδες που μπαίνανε από τη χαραμάδα του παραθυρόφυλλου. Η πόρτα της κάμαράς μου ήτανε ανοιχτή. Άκουσα τον μπαμπά που έλεγε:

- Δεν φταίει σε τίποτα το παιδί, αν εμείς δεν έχουμε δουλειά. Θα πάμε στη θάλασσα.
- Αφού έδωσες τις πινακίδες πίσω. Πώς θα πάμε; είπε η μαμά.

Αλήθεια δεν ξέρω γιατί ο μπαμπάς είπε μια μέρα πως έδωσε τις πινακίδες πίσω. Κι όπως κατάλαβα αυτό θα πει πως δεν είχε πια αυτοκίνητο.
- Θα πάμε με το τραμ στη Γλυφάδα.
Μόλις άκουσα τον μπαμπά να το λέει αυτό, έδωσα μια στα σκεπάσματα κι έτρεξα να τους βρω.

Δεν είχα ταξιδέψει ποτέ μου με τραμ. Δεν ήξερα πως ήταν τόσο ωραία. Πηγαίνει σιγά σιγά κι έτσι προφταίνεις να βλέπεις απέξω, κι όταν μάλιστα στρίψει στη θάλασσα και πάει, πάει καμαρωτό και βλέπεις ανάμεσα στα δέντρα το… πέλαγος – έτσι μας διάβασε η δασκάλα μας σ’ ένα βιβλίο που λέγανε τη θάλασσα πέλαγος κι έμενα μ’ άρεσε πολύ.
Δεν κατεβήκαμε στη Γλυφάδα.
- Αφού πάει ως τη Βούλα, γιατί να μην πάμε; είπε ο μπαμπάς και είδα πως δεν έκανε μούτρα.
- Γιατί να μην πάμε; είπε και η μαμά και χαμογέλασε και δεν έκανε μούτρα.
Εγώ χάρηκα γιατί μ’ άρεσε πολύ που ταξίδευα με το τραμ.
Κατεβήκαμε στη Βούλα και πήγαμε στην παραλία. Μ’ άφησαν να βγάλω τα παπούτσια μου και να τσαλαβουτήσω στο… πέλαγος.
Και στον γυρισμό ήτανε ωραία, μα μόνο στον μισό δρόμο. Γιατί ο βλάκας στον άλλο μισό με πήρε ο ύπνος, γιατί με είχε ζαλίσει ο ήλιος. Ξύπνησα και είδα πως είχα ακουμπήσει το κεφάλι μου στα πόδια της μαμάς. Μου χαμογέλασαν και δεν κάνανε μούτρα.
Άλλη φορά όταν μουτρώνουν, θα τους λέω να πάρουμε το τραμ.
Αν δεν έχετε πάει, σας λέω να πείτε στους μπαμπάδες σας να δώσουν πίσω τις πινακίδες.
Είναι τόσο ωραίο να ταξιδεύεις με το τραμ και να βλέπεις καθώς πάει αργά αργά –να δεις πώς το είπε η κυρία μας- το πέλαγος.

Σας φιλώ
Ο φίλος σας Νίκος




Για την αντιγραφή,
Άλκη Ζέη

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Ο μικρός πρίγκηπας - Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ



                                    Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ
                                                   Μετάφραση: Στρατής Τσίρκας



"Έτσι έζησα μόνος, χωρίς κανέναν που να μπορώ να του μιλάω αληθινά, μέχρι που έπαθα μια βλάβη στη Σαχάρα πριν από έξι χρόνια. Κάτι είχε σπάσει μέσα στον κινητήρα μου. Κι όπως δεν είχα μαζί μου ούτε μηχανικό ούτε επιβάτες, ετοιμαζόμουν να δοκιμάσω μόνος μου μια δύσκολη επισκευή. Ήταν για μένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Είχα νερό το πολύ για οχτώ μέρες.

Το πρώτο βράδυ λοιπόν αποκοιμήθηκα πάνω στην άμμο, χίλια μίλια μακριά από κάθε κατοικημένη γη. Ήμουν πολύ πιο απομονωμένος από ένα ναυαγό πάνω στη σχεδία του μέσα στην καρδιά του ωκεανού. Φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξή μου, τα χαράματα, όταν μια μικρή αλλόκοτη φωνή με ξύπνησε λέγοντας: 



-Σας παρακαλώ... ζωγράφισέ μου ένα αρνί!
- Πώς;
- Ζωγράφισέ μου ένα αρνί...
Τινάχτηκα πάνω σα να με είχε βαρέσει αστροπελέκι. Έτριψα καλά τα μάτια μου. Κοίταξα καλά καλά κι είδα ένα τόσο δα, εντελώς παράξενο ανθρωπάκο που με κοιτούσε με σοβαρότητα...

 …………………………………………………………………………………………………………………………


Αλλά ήρθε η στιγμή που ο μικρός πρίγκηπας,
αφού πολύ περπάτησε στην άμμο, στους βράχους και στα χιόνια,
ανακάλυψε επιτέλους ένα δρόμο.
Κι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στους ανθρώπους.
«Καλημέρα», είπε.
Ήταν ένας ανθισμένος κήπος με τριαντάφυλλα.
 «Καλημέρα», είπαν τα τριαντάφυλλα.
 Ο μικρός πρίγκηπας τα κοίταξε. Έμοιαζαν όλα στο λουλούδι του.
«Τι είσαστε;», τα ρώτησε έκπληκτος.
«Είμαστε τριαντάφυλλα», είπαν τα τριαντάφυλλα.
 «Α!» έκανε ο μικρός πρίγκηπας... Κι αισθάνθηκε πολύ δυστυχισμένος.
Το λουλούδι του του 'χε πει, πως ήταν το μοναδικό στο σύμπαν.
Και να που υπήρχαν πέντε χιλιάδες,
όλα τους όμοια, μέσα σ' έναν μόνο κήπο.
«θα αισθανόταν πολύ προσβεβλημένο, αν το 'βλεπε αυτό», σκέφτηκε, «θα 'βηχε πολύ και θα 'κανε πως πεθαίνει, για ν' αποφύγει τη γελοιοποίηση. Και θα 'μουνα υποχρεωμένος να κάνω, πως το φροντίζω, γιατί αλλιώς για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ' αφηνόταν στ' αλήθεια να πεθάνει...»
Μετά σκέφτηκε κι αυτό:
«Νόμιζα, πως έχω τον πλούτο ενός μοναδικού στον κόσμο λουλουδιού και δεν έχω παρά ένα συνηθισμένο τριαντάφυλλο. Αυτό και τα τρία μου ηφαίστεια, που μου φτάνουν ως το γόνατο και που το ένα τους ίσως να 'χει σβήσει για πάντα, δεν με κάνουν δα και κανένα μεγάλο πρίγκηπα...»
 Και ξάπλωσε στα χορτάρια κι έκλαψε.

Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.
«Καλημέρα», είπε η αλεπού.
«Καλημέρα», απάντησε ευγενικά ό μικρός πρίγκηπας, που στράφηκε μα δεν είδε τίποτα.
«Εδώ είμαι», είπε η φωνή, «κάτω απ' τη μηλιά...»
«Ποια είσαι;», είπε ο μικρός πρίγκηπας.
 «Είσαι πολύ όμορφη...»
«Είμαι μια αλεπού», είπε η αλεπού.
«Έλα να παίξεις μαζί μου», της πρότεινε ο μικρός πρίγκηπας. «Είμαι τόσο λυπημένος...».
«Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου», είπε η αλεπού. «Δεν είμαι εξημερωμένη».
«Α! συγνώμη» έκανε ο μικρός πρίγκηπας.
Αλλά μετά από σκέψη πρόσθεσε: «Τι σημαίνει «εξημερώνω»;
«Είναι κάτι πολύ ξεχασμένο», είπε η αλεπού. «Σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς"».
 «Δημιουργώ δεσμούς;»
«Βέβαια», είπε η αλεπού. «Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγοράκια. Και δεν σ' έχω ανάγκη. Και δεν μ' έχεις ανάγκη ούτε κι εσύ. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Όμως, αν μ' εξημερώσεις, θα 'χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. θα 'σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο, θα 'μαι για σένα μοναδική στον κόσμο...»

«Αρχίζω να καταλαβαίνω», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Υπάρχει ένα λουλούδι... νομίζω ότι με έχει εξημερώσει...»
«Μπορεί», είπε η αλεπού. (...) Αλλά η αλεπού ξαναγύρισε στην ιδέα της: «Ή ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγώ κότες, οι άνθρωποι με κυνηγούν. Όλες οι κότες μοιάζουν μεταξύ τους, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι πλήττω λιγάκι. Αλλά αν μ' εξημερώσεις, η ζωή μου θα 'ναι σα φωτισμένη απ' τον ήλιο. θ' αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων πού θα 'ναι διαφορετικός απ' όλους τους άλλους. Τ' άλλα βήματα με κάνουν να ξαναγυρνώ κάτω απ' τη γη. Τα δικά σου θα με καλούν σα μουσική να βγω απ' την υπόγεια φωλιά μου. Και μετά, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τους κάμπους με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μού είναι άχρηστο. Οι κάμποι του σταριού δεν μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι θλιβερό. Αλλά έχεις μαλλιά χρυσαφιά. Έτσι θα 'ναι θαυμάσια, αν μ' εξημερώσεις! Το στάρι, που είναι χρυσαφί, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο στα στάρια...»
 Η αλεπού σώπασε και κοίταξε για πολύ το μικρό πρίγκηπα:
 «Σε παρακαλώ ...εξημέρωσέ με!», είπε. (...)
 Έτσι ο μικρός πρίγκηπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα της αναχώρησης:
 «Α!» είπε η αλεπού... «θα κλάψω».
 «Εσύ φταις», είπε ο μικρός πρίγκηπας, «εγώ δεν ήθελα καθόλου το κακό σου, αλλά θέλησες να σ' εξημερώσω».
«Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού.
«Αλλά θα κλάψεις!», είπε ο μικρός πρίγκηπας.
 «Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού.
«Τότε δεν κερδίζεις τίποτα!»
«Κερδίζω», είπε η αλεπού, «εξ αιτίας του χρώματος που έχει το στάρι.»
Μετά πρόσθεσε.
 «Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα, θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο, θα ξανάρθεις να μ' αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.»

Ο μικρός πρίγκιπας έφυγε να δει ακόμη μια φορά τα τριαντάφυλλα.
«Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο», είπε...
«Είστε όμορφα, αλλά κενά... Αν κάποιος τυχαίος περαστικός έβλεπε το τριαντάφυλλό μου, θα νόμιζε ότι σας μοιάζει. Εκείνο όμως είναι πολύ πιο σημαντικό από όλα σας, γιατί είναι το τριαντάφυλλο που έχω εγώ ποτίσει. Γιατί είναι το λουλούδι που προστάτεψα. Γιατί έχω σκοτώσει τα σκουλήκια του, γιατί είναι το τριαντάφυλλο που έχω ακούσει να παραπονιέται, να καμαρώνει ή να σιωπά. Γιατί είναι το τριαντάφυλλό μου το καλύτερο απ' όλα. » (...)καί ξανάρθε στην αλεπού:

«Αντίο» είπε.
«Αντίο», είπε η αλεπού.
«Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.»
«Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται.
«Ο χρόνος που έχασες για το τριαντάφυλλό σου αυτός είναι που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό.»
 «Ο χρόνος πού έχασα για το τριαντάφυλλό μου...», έκανε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται.
«Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια», είπε η αλεπού.
 «Αλλά εσύ δεν πρέπει να το ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος γι' αυτό που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου...»
«Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται."

 …………………………………………………………………………………………………………………………


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

"Τώρα πια, βέβαια, έχουν περάσει κιόλας έξι χρόνια. Δεν έχω ακόμη διηγηθεί σε κανένα τούτη την ιστορία. Οι σύντροφοι μου που είχαν έρθει να με δουν, φάνηκαν πολύ ευχαριστημένοι που με ξανά 'βλεπαν ζωντανό. Ήμουν λυπημένος, μα τους έλεγα: Είναι από την κούραση ...

Τώρα έχω παρηγορηθεί κάπως ... όχι ολότελα ωστόσο. Όμως ξέρω πολύ καλά πως έχει ξαναγυρίσει στο μικρό του πλανήτη γιατί, με το χάραμα της μέρας, δεν ξαναβρήκα το σώμα του. Δεν ήταν δα κι ένα σώμα τόσο βαρύ ... Και τη νύχτα μ' αρέσει ν' αφουγκράζομαι τ' αστέρια. Είναι σαν πεντακόσια εκατομμύρια κουδουνάκια ...

Μα να που έγινε κάτι παράξενα υπέροχο.

Στο φίμωτρο που είχα ζωγραφίσει για το μικρό πρίγκιπα, ξέχασα να προσθέσω το δερμάτινο λουρί! Ποτέ δεν θα μπορέσει να το δέσει στ' αρνί του. Κι έτσι αναρωτιέμαι: «Τι έχει γίνει στον πλανήτη του; Ίσως το αρνί να έφαγε το λουλούδι ...»

Άλλοτε πάλι λέω μέσα μου: «Σίγουρα όχι! Κάθε νύχτα ο μικρός πρίγκιπας σκεπάζει το λουλούδι του μ' ένα γυάλινο δοχείο και προσέχει πάρα πολύ το αρνάκι του ... «Τότε νιώθω ευτυχισμένος. Κι όλα τ' αστέρια γελούν γλυκά».

Μερικές φορές σκέπτομαι: «Καμιά φορά μπορεί να ξεχαστεί κι αυτό φτάνει. Κάποιο βράδυ ξέχασε να βάλλει το γυάλινο καπάκι ή το αρνάκι βγήκε χωρίς θόρυβο, όσο κρατούσε ακόμη η νύχτα ...» Τότε τα κουδουνάκια αλλάζουν κι αρχίζουν να κλαίνε! ...

Εδώ υπάρχει ένα μυστήριο πολύ μεγάλο. Για σας που αγαπάτε το ίδιο το μικρό πρίγκιπα, όπως και για μένα, τίποτε στο σύμπαν δεν είναι το ίδιο, αν σε κάποιο μέρος, κανείς δεν ξέρει πού, ένα αρνάκι που ποτέ δεν το είδαμε, έχει φάει, ναι ή όχι ένα τριαντάφυλλο ...

Κοιτάξτε προσεχτικά τον ουρανό. Αναρωτηθείτε: το αρνί, ναι ή όχι, έφαγε το λουλούδι; Και αμέσως τότε θα δείτε πως όλα αλλάζουν ...

Και κανείς μεγάλος δεν θα καταλάβει ποτέ πως αυτό έχει τόσο μεγάλη σημασία!
Αυτό είναι, για μένα, το πιο όμορφο και το πιο θλιβερό τοπίο του κόσμου. Είναι τα ίδιο με το τοπίο της προηγούμενης σελίδας, όμως το σχεδίασα ακόμη μια φορά για να σας το δείξω καλύτερα. Σ' αυτό εδώ το μέρος εμφανίστηκε ο μικρός πρίγκιπας, κι ύστερα χάθηκε. Κοιτάξτε όσο μπορείτε πιο προσεχτικά τούτο το τοπίο, έτσι ώστε να 'σαστε σίγουροι πως θα το αναγνωρίσετε αν κάποια μέρα ταξιδέψετε στην Αφρική, μέσα στην έρημο. Και αν τύχει να περάσετε από 'κει, πολύ παρακαλώ σας, μη βιαστείτε, περιμένετε λίγο, ακριβώς κάτω απ' τ' αστέρι! Αν τότε ένα παιδί έρθει κοντά σας, αν γελάει, αν έχει κατάξανθα χρυσά μαλλιά, αν δεν απαντάει όταν του κάνετε ερωτήσεις, θα μαντέψετε με σιγουριά ποιος είναι. Τότε φανείτε ευγενικοί! Μην μ' αφήσετε στην τόση μου θλίψη: γράψτε μου γρήγορα πως ξαναγύρισε ..."



Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ 
και
ο Μικρός του Πρίγκιπας

Η ιστορία του Μικρού Πρίγκιπα
 είναι ένα μαγικό παραμύθι
για μικρούς και μεγάλους.
Είναι ένα παραμύθι διαχρονικό,
αφού εδώ και εβδομήντα δύο χρόνια 
συγκινεί, ακόμα, όσους το διαβάζουν.
 
Γράφτηκε στις Η.Π.Α., το 1940. Εκεί κατέφυγε
ο Αντουάν ντε Σαιντ  Εξυπερύ όταν κατέρρευσε η Γαλλία,
κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. 

Εξόριστος στην Αμερική,  νοσταλγεί τους φίλους του,
την πατρίδα του, που «πεινά και κρυώνει»,
νοσταλγεί την αγαπημένη του 
και αισθάνεται βαθιά μέσα του,
πως δεν έπρεπε να είχε φύγει απ’ τον πλανήτη του.
Νιώθει τώρα, ότι τα λόγια του τριαντάφυλλου,
που τόσο τον πλήγωναν ήταν ένας καλυμμένος τρόπος
για να εκφράζει την αγάπη του.
Γι’ αυτό θα  γυρίσει…
Θα πετάξει στον πλανήτη που αγαπάει.
Στο τριαντάφυλλο που αγαπάει. 
Με τον Μικρό Πρίγκιπα προδιαγράφεται
και η συνέχεια της δικής του επιστροφής,
 της δικής του ζωής.

Πρωτοεκδόθηκε στα γαλλικά στη Νέα Υόρκη
και αμέσως ακολούθησε η μετάφρασή του στα αγγλικά.
Ακολούθησαν αλλεπάλληλες εκδόσεις του στην Ελβετία,
τη Λατινική Αμερική, το Λίβανο και τη Β. Αφρική
και μεταφράσεις του σε πολλές γλώσσες.

 Ένα χρόνο αργότερα, όταν τον Ιούλιο του 1941,
ο Εξυπερύ κάνει την τελευταία του πτήση
κυνηγώντας γερμανικά καταδιωκτικά,
ξέρει καλά, πως ο μικρός του πρίγκηπας
έχει γίνει ήδη ένα σύμβολο.

 Mario Fragoulis 
- Ο μικρός πρίγκηπας - 

Αν χωρούσα κι εγώ
στο μικρό σου πλανήτη
αν ζητούσες να 'ρθω
να μην σ' έχει η λύπη

Τον παλιό μου εαυτό
θα τον άφηνα πίσω
τον κρυμμένο ουρανό
της καρδιάς σου να ζήσω

Στο μακρινό σου το αστέρι
να μου κρατάς σφιχτά το χέρι
μικρέ μου πρί
γκηπα κοιμήσου
κι εγώ θα μείνω εδώ μαζί σου

Αν ζητούσες να 'ρθω
στο μικρό σου τ' αστέρι
αν μπορούσα να δω
της ψυχής σου τα μέρη

Θα νικούσα το εγώ
που εδώ με κρατάει
έναν κόσμο να βρω
και τους δυο να χωράει

Στο μακρινό σου το αστέρι
να μου κρατάς σφιχτά το χέρι
μικρέ μου πρί
γκηπα κοιμήσου
κι ε
γώ θα μείνω εδώ μαζί σου

Παρασκευάς Καρασούλος
Μάριος Φραγκούλης


ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ 
ΜΑΡΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ


Μυστική αποστολή, Εξερεύνηση στη στοιχειωμένη σπηλιά - Μαρία Δασκαλάκη


Η ζωή δύο αδελφών αλλάζει απότομα 
όταν από την Κοπεγχάγη μετακομίζουν στην Κρήτη. 
Μα δε νοιάζεται κανείς που στη Μελίτη 
δεν αρέσει η ζωή στην Ελλάδα; 
Από την άλλη, ο αδελφός της 
φαίνεται να το διασκεδάζει.

Όλα φαίνονται διαφορετικά το καλοκαίρι, 
όταν οι δυο τους περνούν τις διακοπές στο χωριό 
με τους φίλους τους.
Η παρέα των παιδιών τριγυρίζει κρυφά 
στο δάσος του Δέδε όπου κυλά ένα ποτάμι,
το οποίο καταλήγει σε μια σπηλιά. 
Για το ποτάμι αυτό υπάρχει ένας θρύλος 
αλλά τα παιδιά τολμούν να το επισκεφτούν. 
Τώρα ξεκινά η περιπέτεια της εξερεύνησης.

Μήπως οι θρύλοι είναι τελικά πραγματικότητα;
Ποιο μεγάλο μυστικό 
θα ξεσκεπάσουν τα παιδιά 
στη στοιχειωμένη σπηλιά; 



Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Ο παγωτατζής - Σοφίας Χατζηκοκολάκη



"Επουλούσε παγωτά
 - ήτανε πιο φουσκωτά -,
τα'βαζε και σε χωνάκια, 
σε ωραία καραβάκια.
Οδηγούσε το τιμόνι
- "Σοκολάτα και λεμόνι"
πάνω στο ποδήλατό του 
για το μεροκάματό του.

 
Από το βιβλίο της Σοφίας Χατζηκοκολάκη 

"Επαγγέλματα παλιά που δεν υπάρχουν πια...".

Η κυρία Κλοκλό στολίζεται - Ζωρζ Σαρή



Nτριν... ντριν... ντριν… χτυπάει το τηλέφωνο.
Η κυρία Κλοκλό τρέχει και σηκώνει τ’ ακουστικό. 

―Εμπρός, λέει. 

―Κλοκλό μου, εσύ; Είναι η φωνή της φίλης της, της Φριφρί. 

―Καλησπέρα, Φριφρί μου. Ουφ… ουφ… ουφ!… 

―Τι έχεις, Κλοκλό μου, και βαριαναστενάζεις; 

―Είμαι πολύ κουρασμένη, Φριφρί μου. Σήμερα είναι η γιορτή της κυρίας Φουρφουρή και δεν έχω τίποτε, μα τίποτε, σου λέω, να φορέσω και…

―Μα τι έγινε το φόρεμά σου, το πράσινο, με τη χρυσή τη ζώνη και τα χρυσά κουμπιά; 

―Μα τι λες, Φριφρί μου. Αυτό το φόρεμα το ’χω φορέσει άλλες δύο φορές. Φορεμένο φόρεμα θα φορέσω στη γιορτή της κυρίας Φουρφουρή; Ποτέ!

―Και δε θα πας στο σπίτι της κυρίας Φουρφουρή απόψε; 

―Θα πάω, φυσικά. Έτρεξα, πριν κλείσουν τα μαγαζιά, και πρόλαβα να ψωνίσω ένα σωρό πράματα. Και τι δεν ψώνισα: ένα μπλε φόρεμα, κόκκινα παπούτσια, ένα κολιέ, σκουλαρίκια, ένα καπελάκι που ταιριάζει με το φόρεμα, μια εσάρπα με κρόσσια, μούρλια σου λέω, μια τσάντα κίτρινη και κίτρινα γάντια. Ποπό, τι κούραση! Πονάνε τα πόδια μου –δεν έβρισκα ταξί– πονάει το κεφάλι μου, τσούζουν τα μάτια μου, τα χέρια μου μούδιασαν. Ήταν πολλά τα πακέτα. Αγόρασα κι ένα δώρο για την κυρία Φουρφουρή.

―Τι δώρο;

―Ένα μπουκέτο ψεύτικα λουλούδια. Είναι σαν αληθινά.
Τώρα, Φριφρί μου, πρέπει να σ’ αφήσω. Βιάζομαι πολύ. Θα περάσει να με πάρει με τ’ αυτοκίνητό του ο κύριος Κλικλής και πρέπει να πάω να στολιστώ. Θέλω να είμαι η πιο όμορφη της γιορτής. Γεια σου. 

―Γεια σου, Κλοκλό, και καλή διασκέδαση! 

Η κυρία Κλοκλό κλείνει το τηλέφωνο και τρέχει στην κάμαρά της για να ντυθεί.
Βάζει πρώτα το μπλε φόρεμα με τη φαρδιά τη ζώνη. Ύστερα φοράει τα κόκκινα παπούτσια. Κρεμάει τα σκουλαρίκια στ’ αυτιά της. Γύρω απ’ το λαιμό της τυλίγει το μακρύ κολιέ. Βάζει πάνω στο κεφάλι της το μπλε καπελάκι. Φοράει τα κίτρινα γάντια κι αρπάζει με τ’ αριστερό της χέρι την κίτρινη τσάντα. Πηγαίνει και στέκεται μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη. Κλείνει τα μάτια. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά. Είναι όμορφη; Ανοίγει τα μάτια. Ποπό τι βλέπει μέσα στον καθρέφτη! Ένας καραγκιόζης την κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια. Είναι η κυρία Κλοκλό!
Το φουστάνι είναι κοντό, το καπέλο είναι στραβό, τα σκουλαρίκια δεν ταιριάζουν με το κολιέ. Τα παπούτσια είναι φρίκη και τα γάντια είναι τόσο κίτρινα! Όσο για την εσάρπα, μοιάζει με τραπεζομάντιλο.
Οχ, τι συμφορά! Τα ψώνισε όλα τόσο βιαστικά.
«Όλοι θα γελάνε μαζί μου» σκέφτεται η κυρία Κλοκλό και νευριάζει. Νευριάζει πάρα πολύ. Βγάζει το φουστάνι της, πετάει τα σκουλαρίκια και το κολιέ.
Ποδοπατάει το καπελάκι. Σκίζει την εσάρπα. Ανοίγει το παράθυρο και πετάει τα κίτρινα γάντια και την κίτρινη τσάντα. Τα μάτια της βγάζουν φωτιές.
Ντριν ντριν… χτυπάει το κουδούνι της πόρτας.
Η κυρία Κλοκλό τρέχει ν’ ανοίξει. Ποιος να ’ναι τέτοια ώρα;
Ο κύριος Κλικλής στέκεται μπροστά της και την κοιτάζει μ’ ανοιχτό το στόμα και γουρλωμένα τα μάτια.

 ―Ποπό, Κλοκλό μου, ποτέ δεν ήσουν τόσο, μα τόσο όμορφη. Τι καταπληκτική γούνα έχεις! Γιατί μας την έκρυβες τόσον καιρό; Θα είσαι η πιο όμορφη της γιορτής. Πάμε γρήγορα, γιατί θ’ αργήσουμε. 

Και η κυρία Κλοκλό βγαίνει απ’ το σπίτι της με την όμορφη γούνα της.
Μέσα στη φούρια της ξέχασε να πάρει μαζί της το δώρο της κυρίας Φουρφουρή: το μπουκέτο με τα ψεύτικα λουλούδια.
Θα πάει στη γιορτή με άδεια χέρια.





Είναι επιπόλαια, ζηλιάρα, ανυπόμονη.
Θέλει να ξεχωρίζει και ν’ ακολουθεί
την τελευταία λέξη της μόδας,
ψωνίζει διαρκώς άχρηστα αντικείμενα,
περιττά ρούχα, ξεχνώντας μόνιμα
τα απαραίτητα.
Κοκορεύεται στις φίλες της,
πνίγεται σε μια κουταλιά νερό
και τελικά βγαίνει πάντα χαμένη…
Πώς τα καταφέρνει όμως
να είναι τόσο συμπαθητική και χαριτωμένη,
ώστε όλοι να τη συγχωρούν και να την αγαπούν;



«Ο φεγγαροσκεπαστής» - Eric Puybaret





Οι όμορφες ιστορίες γίνονται ακαταμάχητες όταν ζωντανεύουν στα χείλη χαρισματικών αναγνωστών. Σε αυτή την ενότητα, μπορείς να ακούσεις αποσπάσματα ή ολόκληρες ιστορίες αγαπημένων συγγραφέων διαβασμένες από γνωστούς ταλαντούχους ηθοποιούς, ενώ εσύ τις διαβάζεις παράλληλα γυρνώντας τις σελίδες του ψηφιακού βιβλίου!
Ανακάλυψε μια νέα ιστορία κάθε εβδομάδα!
H ηθοποιός Μαρία Καλλιμάνη μας διαβάζει από το βιβλίο 
του Eric Puybaret
«Ο φεγγαροσκεπαστής».

Στον κόμβο του ΕΚΕΒΙ
http://www.mikrosanagnostis.gr/istoria.asp#





«Ο φεγγαροσκεπαστής»
Εικονογράφηση: Μάρια Μπαχά
Εκδόσεις: Αίσωπος

Διαβάζει η ηθοποιός Μαρία Καλλιμάνη