Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

"Η εκδίκηση του Πουφ" της Ελένης Ανδρεάδη




Έχεις μονάχα 24 ώρες να βρεις τα τρία υπερόπλα
 και να σώσεις τον κόσμο. 
Δέχεσαι την επικίνδυνη αυτή μυστική αποστολή; 
Αν όχι, ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΥΤΟ ΚΑΤΩ ΑΜΕΣΩΣ 
και απομακρύνσου σιγά σιγά, παριστάνοντας το αδιάφορο παιδί. 

Διότι, αν κατά λάθος το ανοίξεις, 
θα βρεις άκρως απόρρητα στοιχεία 
σχετικά με το ύπουλο πλάνο του Πουφ 
να κάνει τον κόσμο καμίνι!

Μπορεί και να σε φάει ένα τζάγκουαρ στον Αμαζόνιο! 
Ή να τσουγκρίσεις το κεφάλι σου πάνω σε μία αγελάδα!
 ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, σου λέω!



Ακολουθώντας το επιτυχημένο βιβλίο 
Γίνε Πράκτορας του Πλανήτη, 
η νέα σειρά Πράκτορες του Πλανήτη 
καλεί τους μικρούς αναγνώστες 
να συμμετέχουν στην πλοκή. 

Στο πρώτο βιβλίο της σειράς,
 ο αναγνώστης πρέπει να σταματήσει 
τον τρομακτικό Πουφ πριν κάνει τον κόσμο καμίνι 
μέσω της κλιματικής αλλαγής. 
Με την πρωτοποριακή, διασκεδαστική προσέγγιση 
που οδήγησε το πρώτο βιβλίο της συγγραφέα 
σε τρεις υποψηφιότητες βραβείων παιδικού βιβλίου, 
τη μοντέρνα εικονογράφηση 
και τα έξυπνα οικολογικά εκπαιδευτικά μηνύματα,
 η περιπέτεια που ενθουσίασε τα παιδιά 
εντός και εκτός τάξης συνεχίζεται!

Συγγραφέας: Ελένη Ανδρεάδη
Εικονογράφος: Στέφανος Κολτσιδόπουλος


Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

6ος ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ


Για τους μαθητές και τις μαθήτριες της Β’, Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ Δημοτικού  Οκτώβριος 2016-Μάιος 2017
 «Ήρωες και ηρωίδες του χθες και του σήμερα»

Οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ διοργανώνουν για έκτη συνεχόμενη χρονιά ετήσιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα φιλαναγνωσίας με τη μορφή διαγωνισμού και στόχο την καλλιέργεια της φιλικής σχέσης των παιδιών με τη λογοτεχνία και εντέλει την αγάπη τους για το βιβλίο, καθώς και τη γνωριμία τους με το έργο αξιόλογων συγγραφέων παιδικής λογοτεχνίας.

Αποστολή: Γνωρίζω ήρωες, άλλους βγαλμένους από τους μύθους και τα παραμύθια κι άλλους που ζουν την καθημερινότητά τους δυνατά, όπως εσύ κι εγώ.

Κατά την αρχαία ελληνική μυθολογία, ήρωας είναι ο θνητός ο οποίος έχει ξεχωριστές ικανότητες και ιδιότητες και συνήθως συνδέεται με επικά κατορθώματα και την τέχνη του πολέμου. Κατ’ επέκταση, στη λογοτεχνία ο όρος απέκτησε την έννοια του σημαντικού χαρακτήρα και ως εκ τούτου του βασικού προσώπου, αυτού που κοινώς ονομάζουμε κεντρικό πρωταγωνιστή ενός έργου. Η μορφή του ήρωα λοιπόν στη λογοτεχνία ξεπερνάει τα όρια του ρωμαλέου ‒και πολλές φορές υπερφυσικού‒ για να εστιάσει στις ιδιαιτερότητές του, την ξεχωριστή του φύση, όποια κι αν είναι αυτή.
Στον φετινό Μαραθώνιο έχουν επιλεγεί βιβλία καταξιωμένων και νέων ταλαντούχων συγγραφέων, τα οποία διηγούνται ιστορίες διαφορετικών κάθε φορά ηρώων. Οι μικροί μαραθωνοδρόμοι καλούνται να τρέξουν μαζί με δεξιοτέχνες τσαγκαράκους και επίδοξους ιππότες, με Σειρήνες και Εσπερίδες, με δαιμόνιους πράκτορες και ιδιωτικούς ντετέκτιβ, με μέλισσες και παπαγάλους, με αγάλματα αλλά και με αγόρια και κορίτσια έξω από τα συνηθισμένα. Γιατί όλοι είναι ήρωες και έχουν κάτι να μας πουν, είτε ανήκουν στο χτες είτε στο σήμερα.
Ο Μαραθώνιος Ανάγνωσης εντάσσεται στο πλαίσιο του προγράμματος φιλαναγνωσίας και υποστηρίζει το έργο του εκπαιδευτικού, ενώ παράλληλα δίνει την ευκαιρία στον μαθητή να ασχοληθεί με θέματα που σχετίζονται με τα ενδιαφέροντά του καθώς και με ζητήματα της επικαιρότητας.

6ος Μαραθώνιος Ανάγνωσης «Ήρωες και ηρωίδες του χτες και του σήμερα»
Ποιος μπορεί να πάρει μέρος;
Όσα τμήματα των τάξεων Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού επιθυμούν, εφόσον δηλώσουν τη συμμετοχή τους έως τις 31 Οκτωβρίου 2016, συμπληρώνοντας ηλεκτρονικά τη φόρμα συμμετοχής, την οποία θα βρουν στο τέλος της σελίδας (κάθε τμήμα συμπληρώνει ξεχωριστή φόρμα).
Λόγω της μεγάλης ανταπόκρισης και του αυξημένου ενδιαφέροντος που έχουν επιδείξει μέχρι στιγμής τα σχολεία, ο χρόνος υποβολής των αιτήσεων για τη συμμετοχή στον 6ο Μαραθώνιο Ανάγνωσης παρατείνεται έως τις 11 Δεκεμβρίου 2016.

Γιατί να πάρω μέρος;
Ο Μαραθώνιος Ανάγνωσης αποτελεί ένα ολοκληρωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα λογοτεχνίας για να παρουσιαστεί και να συζητηθεί ένα βιβλίο σε μια σχολική ομάδα. Υποστηρίζει και ενισχύει το πρόγραμμα φιλαναγνωσίας των μαθητών εξυπηρετώντας τους στόχους του. Το πρόγραμμα του Μαραθωνίου δεν περιορίζεται μόνο στην ανάγνωση, αλλά δίνει αφορμή και κίνητρο στον δάσκαλο να εργαστεί με την ομάδα του διαθεματικά, να καθοδηγήσει τα παιδιά να εξετάσουν ένα θέμα από πολλές πλευρές, να ερευνήσουν, να μοιραστούν και να ανταλλάξουν σκέψεις και απόψεις, να αναπτύξουν διάλογο με στόχο να γίνουν ενεργητικοί αναγνώστες. Επιπλέον, δίνει τη δυνατότητα γνωριμίας με καταξιωμένους αλλά και νέους ταλαντούχους συγγραφείς.

Πώς θα «τρέξουν» οι μαθητές και οι μαθήτριες στον 6ο Μαραθώνιο
Τα παιδιά κάθε τάξης διαβάζουν συγκεκριμένα βιβλία και απαντούν σε ερωτήσεις.

Τα παιδιά της Β΄ Δημοτικού διαβάζουν βιβλία με ήρωες και ηρωίδες από τη σφαίρα της φαντασίας και συγκεκριμένα τα:



1. Τα μαγικά χέρια του τσαγκαράκου της Μαριέττας Κόντου
2. Ζητείται Ιππότης της Τζένης Κουτσοδημητροπούλου 
3. Παπαγάλος πειρατής της Ιουλίας Κωστοπούλου


Τα παιδιά της Γ΄ Δημοτικού διαβάζουν βιβλία με ήρωες και ηρωίδες της ελληνικής μυθολογίας και συγκεκριμένα τα:


 

1. Η αρπαγή του Κέρβερου της Μαρίας Αγγελίδου
2. Τα μήλα των Εσπερίδων της Μαρίας Αγγελίδου
3. Το τραγούδι των Σειρήνων του Κώστα Πούλου
4. Λαβύρινθος και Μινώταυρος του Κώστα Πούλου


Τα παιδιά της Δ΄ Δημοτικού διαβάζουν βιβλία με ήρωες και ηρωίδες που αγαπούν το περιβάλλον:
 

1. Πράκτορες του πλανήτη: Η εκδίκηση του Πουφ της Ελένης Ανδρεάδη
2. Ο πιο γλυκός χορός της Σύρμως Μιχαήλ
3. Το μυστικό της φώκιας της Ελένης Σβορώνου


Τα παιδιά της Ε΄ Δημοτικού διαβάζουν βιβλία με ήρωες και ηρωίδες της καθημερινότητας:

1. Human net της Κατερίνας Ζωντανού
2. Μπάλα μπαλαρίνα της Αλεξάνδρας Μητσιάλη
3. Όταν το σύμπαν συνωμοτεί της Λίνας Σωτηροπούλου


Τα παιδιά της ΣΤ΄ Δημοτικού διαβάζουν βιβλία με ήρωες και ηρωίδες από τον χώρο της ιστορίας:
 

1. Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα της Αγγελικής Δαρλάση
2. Κοντά στις ράγιες της Άλκης Ζέη




Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Ο Φάρος με τα χίλια μυστικά -Μαριλένα Καββαδά



Ένας φιλόξενος Φάρος,
μια μάγισσα με κόκκινο βρακί
και μια σκούπα μαγική,
ένα άλογο με φτεράκι 
ένας ιππότης που ταξίδευε ψηλά, 
μια πριγκίπισσα με ιπτάμενο χαλί
κι ένα τσούρμο πειρατές...

Όλοι μαζί σε ένα ταξίδι τεσσάρων εποχών,
 μέσα στην αχλή του ονείρου.
Κάπου ανάμεσα στη φαντασία
 και στην πραγματικότητα.
Όλοι μαζί σε ένα παραμύθι
που οδηγεί τα παιδιά
στα μονοπάτια
της δημιουργικής σκέψης και γραφής.
Έτσι απλά, γιατί...

"Οτιδήποτε βλέπεις
μπορεί να γίνει ένα παραμύθι
και μπορείς να βγάλεις μια ιστορία
από οτιδήποτε αγγίξεις"
Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Το βιβλίο της Μαριλένας Καββαδά είναι εξαιρετικό.
Η εικονογράφηση είναι της Αιμιλίας Κονταίου.
 Στο cd που συνοδεύει το βιβλίο,
η Μαριλένα Καββαδά αφηγείται την ιστορία
μαζί με τον Κώστα Μακεδόνα,
το Γιώργο Μπαγιώκη και πολλά παιδιά.
 Το τραγούδι ερμηνεύει η Αφροδίτη Μάνου
σε σύνθεση Σταύρου Παπασταύρου.


"Των παραμυθιών τα μυστικά"  
Αφροδίτη Μάνου
ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

Ό,τι αγγίξει η τρυφερή ματιά σου
Ό,τι φωλιάσει στη ζεστή καρδιά σου
Μες στο παραμύθι σου πετά
Με της φαντασίας τα φτερά
Μες στο παραμύθι σου γελά
Με της φαντασίας τη χαρά!

Με βασίλισσα τη φαντασία
Όλα μοιάζουν με μαγεία
Πράγματα απλά, χωρίς πνοή
Άξαφνα παίρνουνε ζωή

Πιάσε μολύβι και χαρτί
για να γράψεις στη στιγμή
Το δικό σου παραμύθι
Με κουκί και με ρεβίθι

Ό,τι αγγίξει η τρυφερή ματιά σου
Ό,τι φωλιάσει στη ζεστή καρδιά σου
είναι μαγεμένα υλικά
του παραμυθιού σου μυστικά!
Είναι μαγεμένα υλικά
των παραμυθιών τα μυστικά!

Με βασίλισσα τη φαντασία
Όλα γίνονται μαγεία
Αν εσύ θελήσεις, καθετί
γίνεται φιγούρα μυθική

Πιάσε μολύβι και χαρτί
για να φτάσεις στη στιγμή
Στων παραμυθιών σου τη γιορτή

Με ό,τι ο νους σου ονειρευτεί!



Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

"Απέναντι" - Θοδωρής Παπαϊωάννου



 Μετά την μεγάλη επιτυχία του βιβλίου "Ανάποδα", 
 που σύστησε τον Μέλιο στους μικρούς αναγνώστες, 
στο καινούργιο βιβλίο του Θοδωρή Παπαϊωάννου 
ξανασυναντάμε το αγαπημένο σκαθάρι, 
αντιμέτωπο με μια νέα πρόκληση: 

Η φίλη του η Μελανή βρίσκεται 
στην άλλη μεριά του δάσους 
και τον περιμένει,
 αλλά για να φτάσει εκεί 
πρέπει να διασχίσει τον μεγάλο δρόμο!
    Πως θα το καταφέρει αυτό; 
Με το μπλε ποδήλατο; 
με το βιολετί πατίνι;
 με αλεξίπτωτο; 
με μαγικό χαλί;

 Ε, λοιπόν όλα θα τα προσπαθήσει! 
Κι ας αποτύχει! 
Δεν ξέρεις, μπορεί από πολλές αποτυχίες 
να φτιάχνεται... η τύχη!

Την ιδιαίτερα όμορφη εικονογράφηση του βιβλίου, 
που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, 
 έχει κάνει πάλι η Ίρις Σαμαρτζή.

    Το βιβλίο συνοδεύεται από cd με τραγούδια που έγραψε ο Ορέστης Παπαϊωάννου ειδικά για το βιβλίο.



Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Το κρυφτό της χαράς -Μαριλένα Καββαδά



Πέντε ζωάκια από την αυγή έως το σούρουπο, 
σε ένα δάσος, πριν και μετά από μια καταιγίδα. 

Θα καταφέρουν να ανακαλύψουν
 που κρύβεται η χαρά; 
Κι αν ναι, θα μας το αποκαλύψουν; 

Ένα τρυφερό παραμύθι 
για μικρούς και μεγάλους… 
από τη Μαριλένα Καββαδά
  για να θυμόμαστε πως η χαρά της ζωής
βρίσκεται στον τρόπο που βλέπουμε
 εμείς οι ίδιοι τα πράγματα.
Για όσους μπορούν να βρουν χαρά 
ακόμα και σε ένα μικρό καρύδι! 

Έτσι απλά, γιατί… 
«Η ευτυχία βρίσκεται μέσα σε όλα τα πράγματα. 
Φτάνει να ξέρεις πώς να τη βγάλεις»
(Κομφούκιος)


Η όμορφη εικονογράφηση
είναι της Λήδας Βαρβαρούση.

Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα cd
με αφήγηση του παραμυθιού.
Τραγουδούν ο Παντελής Θαλασσινός

και ο Γιώργος Μπαγιώκης. 



Η Μαριλένα Καββαδά γεννήθηκε στη γειτονιά της Κοκκινοσκουφίτσας και μεγάλωσε παρέα με τη Χιονάτη, τους επτά νάνους και τα τρία γουρουνάκια.
Σήμερα ζει δίπλα στη λίμνη των παραμυθιών όπου τα ηλιόλουστα πρωινά ψαρεύει παραμύθια και τα βράδια πλέκει με φεγγαραχτίδες κουβερτούλες για μωρά.
Όταν μεγαλώσει αρκετά, ονειρεύεται να χτίσει ένα σπίτι από μπισκότα σε κάποιο σταυροδρόμι για να κερνά τους περαστικούς ζεστή σοκολάτα με άρωμα αγριοκέρασου και παραμυθόπιτα με καραμελωμένα μήλα και κανέλα.
Ωστόσο, κάποιοι, ποιός ξέρει γιατί; Γράφουν ότι…

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

1001 δραστηριότητες για να αγαπήσω το βιβλίο - Φιλίπ Μπρασέρ



Ένα έξυπνο και πρωτότυπο βιβλίο του Φιλίπ Μπρασέρ, που ανοίγει την όρεξη στα παιδιά να καταβροχθίσουν και όλα τα υπόλοιπα βιβλία, ενώ αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς.


http://www.slideshare.net/kostas165/1001-14787343

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

"Ο Τάσος ο Ταγατατζούμ" - Αλεξάνδρα Μητσιάλη





Άφεγγα ξύπνησε ο Τάσος στο καμαράκι. Καμαρούλα μια σταλιά, δύο επί δύο, που το παραθύρι της ένα και μοναδικό έβλεπε στο καντούνι ίσαμε τους ώμους του καθενός περαστικού. Οι τάβλες τον είχανε στραβώσει αποβραδίς και για να σκωθεί έβαλε φόρα. Με την τρίτη εδέησε να κωλοκάτσει στη σιδεριά του κρεβατιού και μετά βάλθηκε να τεζάρει σιγά, σιγά, γιατί από το βραδινό δίπλωμα η μέση του είχε κλειδώσει. Με τα πολλά βρέθηκε ορθός.
Νιβότανε με κάτι σταγόνες από νερό που είχανε μείνει στο μπουκαλέτο και σκουπιζότανε από πάνω του. Έκανε δύο δάχτυλα καφέ πικρό που τον έπινε από το μπρίκι κι αφού έσιαξε με τα χέρια του τα μαλλιά, έβαλε τα ρούχα του. Στολή ίδια κι απαράλλαγη, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, παρεκτός από τότες που έπρεπε να πλυθεί κι έπαιρνε κάτι ρούχα δεύτερα που είχε για αλλαξιά σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγκης.

«Δε θέλω να δουλεύεις, δε θέλω να δουλεύεις
δε θέλω να δουλεύεις, να βασανίζεσαι.
Θέλω να τρως να πίνεις, θέλω να τρως να πίνεις
θέλω να τρως, να πίνεις και να στολίζεσαι»
Έπιακε τον εαυτό του να τραγουδάει σότο βότσε το παλιό τραγούδι. Κι έκαμε τις τελευταίες ετοιμασίες και βγήκε από το πορτί σκυφτός. Μα και στο ίδιο του το σπίτι λυγισμένος επερπατούσε, γιατί ήτανε ψηλολέλεκας, κρεμανταλάς και το σπίτι καμωμένο για αλλιώτικα μεγέθη. Γι’ αυτό μία κλίση ελαφριά, μία καμπύλη μόλις διακριτή στην κορφή της πλάτης, των ανθρώπων που απ’ ανάγκη αντικρίζουνε σεμνοί και μετρημένοι τη ζωή, του είχε μόνιμα εγκατασταθεί.

Ξεκινούσε κάθε πρωί πριν ακουστεί η πρώτη του Δεσύλλα. Έβγαινε στο καντούνι, στεκότανε για λίγο ακούνητος και τραβούσε, όσο ήτανε μπορετό, το κουφάρι του να ισιώσει από την καμπουριασμένη νύχτα. Έπαιρνε μια ανάσα που τις περσότερες φορές βρωμούσε οχετό και κατουρλίλα και τις λιγότερες ψαρίλα κι αλμύρα της θάλασσας και ξεκινούσε. Στο χέρι του κρατούσε δεμένη σε μια παλιοπετσέτα τη μαρέντα του: μια αγκωνή ξερό ψωμί πιτισμένη λάδι κι ένα κρεμμύδι στουμπισμένο, που το παράχωνε στην ψίχα του.
Έμπαινε πάντα από την μπροστινή πύλη και βρισκότανε στο πόστο του πριν αρχίσουνε να αριβάρουνε οι εργάτριες. Αρχιεργάτης ο ίδιος, επόπτης σαν να λέμε, σ’ ένα από τα τμήματα των αργαλειών, είχε στην επίβλεψή του σκάρσα δύο ντουζίνες γυναίκες. Πρόσεχε να εργάζονται με σέστο, να μην πιάνονται σε κουβέντες αναμεταξύ τους και ξελασκάρει το μυαλό τους και χάνουνε τον ρυθμό της δουλειάς, να μη ντένουνε τα νήματα, ν’ αλλάζουνε μόλις νετάρανε τα κουβάρια.
Τις ήξερε όλες με τα ονόματά τους, με τις ιστορίες της ζωής τους και τα ιντερέσα τους. Ποια ήτανε στεφανωμένη, ποια έμπαζε από την πίσω πόρτα τον λεγάμενο, ποια μεγάλωνε με αέρα κοπανιστό και με ψυχικά τα κουτσούβελά της, ποιανής ο άντρας ήτανε χαραμοφάης και μεθύστακας, ποιανής η μάνα ή η πεθερά της έψηνε το ψάρι στα χείλια, ποια έπαιρνε από κουβέντες, ποια ήθελε αγριάδες, ποια και με το πρώτο νόημα μοναχά καταλάβαινε.
Τον ξέρανε κι εκείνες. Ορφανό από τα μικράτα του, με μια αδελφή που τόνε πρόσεχε μα που συχωρέθηκε νωρίς, καλόψυχο και μαγκούφη, δυνατό στο κορμί αλλά αδύναμο στη γλώσσα. Γιατί ο Τάσος ήτανε ψευδός και κεκές και κάθε που μιλούσε, μια τσερμαρισμένη φωνή, που θύμιζε μαθητή μπροστά σε μανιασμένο δάσκαλο, έβγαινε από ένα αντρίκιο, σκληρόπετσο σώμα. Εκείνου τα μάγουλα γινότανε φουρνέλο κι εκείνες κρατιότανε να μη σκάσουνε στα γέλια μπροστά στα μούτρα του αναφανδόν.
Κι ο Τάσος φουρκιζότανε. Αλλά μπορούσε κάτι να κάμει; Σ’ αυτή την αδικία παραδινότανε αμαχητί. Ένα παραπάνω που το διαολεμένο του το ψεύδισμα δεν έκανε πουθενά σκόντο. Γιατί δε θα τον πείραζε τον Τάσο ν’ ακούγεται το αναθεματισμένο μπροστά σ’ όλες τις εργάτριες. Ας ακουγότανε σ’ όλες τους μπροστά, μα σ’ όλες τους, σ’ όλες εκτός από τη Ροζέτα.
Και τι δε θα ‘δινε όταν πλησίαζε σ’ εκείνη, όταν έσκυβε από πάνω της, όταν σίμωνε τα κοντά μαλλιά της κι έφτανε μέχρι τα ρουθούνια του αυτή η αψιά γυναικεία μυρωδιά που βγάνανε το δέρμα κι οι αμασχάλες της, πόσο θα το ‘θελε τότες να μη ρετάρει η φωνή του κι αυτό το «γ» να μην παίρνει το πόστο που κανονικά θα ‘πρεπε να έχει το «ρ».
-Θα, θα, θα ‘γθω να σε παπαπάγω το αποποποπόγιομα αύγιο να σουσουσουλατσάγουμε στον Ανενενενεμόμυλο παγέα, θα ‘λεγε.
Μα λέγονται με τέτοιο τρόπο αυτά τα πράγματα; Γι’ αυτό όταν ήτανε αναγκασμένος να μιλήσει στη Ροζέτα κλωθογύριζε κάμποσες φορές μέσα του αυτό που έπρεπε να πει: έραβε μικρές τις προτάσεις, τις προβάριζε ξανά και ξανά κι έπαιρνε βαθιές ανάσες να καταφέρει να τις ξεγεννήσει μπατιγκάδα, τουτέστιν με μια αναπνοή, χωρίς ρετάρισμα. Μα ποτέ δεν τα κατάφερνε. Κι έσκυβε το κεφάλι άτυχος, ανεπιτήδειος, λειψός.

Την ήξερε ο Τάσος από μικρή τη Ροζέτα. Η μάνα της την είχε φέρει στου Δεσύλλα. Εκείνο τον καιρό αυτή δούλευε στις ραπτομηχανές και βάλανε τη Ροζέτα στις ματσετίνες. Τα χέρια της τότε, θα ‘τανε δε θα ‘τανε οχτώ χρονών, ίσα που φτάνανε στην τάβλα του μακρόστενου τραπεζιού που ολοτρόγυρά του καθότανε τα παιδιά, όλα κορίτσια. Κι εκεί πάνω στη γρέτζα επιφάνεια έπρεπε να παίρνουνε τ’ ανήλικα τον σπάγγο και να τόνε τυλίγουνε σε ματσάκια, έτοιμα να πάρουνε τον δρόμο για τα μαγαζιά: «προς πώληση», έγραφε η ταμπέλα του κιβωτίου.
Κι ο Τάσος κοίταζε πάντα σ’ αυτά τα μακρόστενα τραπέζια τα κοπελούδια μ’ ένα βάσταμα στην καρδιά, γιατί ήξερε τι εσήμαινε να πιάνεις από τόσο μικρή πόστο στις ματσετίνες. Δε θα πήγαινες ποτέ σκολειό, δε θα μάθαινες γράμματα, δε θα ‘χε άλλο δρομολόγιο η ζωή σου παρά να μεγαλώνεις μαζί με τη θέση που καπάρωσες: από τις ματσετίνες, στις ραπτομηχανές, μετά στ’ αργαλειά κι από κει καμιά φορά, μπορεί κι αρχιεργάτρια. Αν σου ‘χανε συμπάθεια τ’ αφεντικά. Μπορεί κι άμα άφηνες τον μικρότερο από τους δύο να κάμει και τίποτ’ άλλο, σε περίπτωση που τ’ άρεσε το σουλούπι σου. Γιατί το δεύτερο αφεντικό ήτανε λιμοκοντόρος και γυναικάς κι εκμεταλλευότανε τη θέση του αδιακρίτως.
Και τη ζωή σου να τη μετράνε η πρώτη, η δεύτερη κι η τρίτη πρωινή του Δεσύλλα κι εκείνη η πανηγυρική, η χαρμόσυνη σειρήνα της βάρδιας που τελείωσε και τα οκτάωρα τοκισμένα με υπερωρίες, μεροδούλι μεροφάι, με μόνο τις Κυριακές ένα μισερό διάλλειμα. «Εργοστάσιο Ιούτης, Λινού και Κάνναβης» έγραφε φάτσα κάρτα κρεμασμένη στο κούτελο η ταμπέλα της ζωής σου.
Όλα αυτά τα χρόνια στο εργοστάσιο παρακολουθούσε ο Τάσος τη Ροζέτα να μεγαλώνει: να ψηλώνουν τα κανιά της, να μακραίνουνε τα χέρια της, η λεκάνη της να φαρδαίνει και τα βυζιά της να τσιτώνονται στριμωγμένα μέσα στο μπλουζάκι και στο σουτιέν. Και τ’ άρεσε που ‘τανε λιγόλογη και που κρατούσε τα μάτια χαμηλά και δε φερότανε όπως άλλες, που κάνανε με τα βλέμματα το «ορίστε» στους άντρες που δουλεύανε στις μηχανές, όταν τους συναπαντούσανε μέσα στο μπουλούκι στο έμπα και στο έβγα της βάρδιας.
Στοίβαζε ο Τάσος τα τσουβάλια και τα απίθωνε στη γωνιά και με την άκρια του ματιού του την κοίταζε να ‘χει κιόλας ξεκινήσει. Ο αργαλειός ήθελε να ‘χεις το βλέμμα σου απίκο και το χέρι σου έτοιμο να ενώσει την κλωστή αν κοβότανε και το μηχάνημα αυτόματα σταματούσε. Και την παρατηρούσε να παραστέκει άγρυπνη το υφάδι, στο σύθαμπο του πρωινού, γιατί έξι και κάτι χάραμα δεκεμβριάτικο, το γυρόφερνε ακόμα να ξημερώσει. Κι ο θόρυβος των μηχανών ολοένα αύξαινε. Κι ήξερε ο Τάσος ότι ήτανε κομμάτι δύσκολο να κάνεις καλά τη δουλειά με τα μάτια και τα χέρια μαργωμένα από τη χειμωνιάτικη παγωνιά.
Και πόσες φορές έτσι που την έβλεπε, θα κόντευε τα δεκαοχτώ, δε σκεφτότανε τι καλά που θα ‘τανε ν’ ανταμώνανε τα μεροκάματά τους, τα κρεβάτια τους, τα σώματά τους και να βρούνε ένα καμαράκι πιο απλόχωρο και να χουχουλιάζονται τα βράδια για να στεγνώνουνε την υγρασία και να ζεσταίνουνε τ’ αγιάζι και τον χιονιά; Κι αναθεμάτιζε ντακάπο την ώρα και τη στιγμή που ‘χε γεννηθεί κεκές και ψευδός, γιατί δεν εμπόρουνε να ξεχωρίσει ακριβώς πότε και κάτω από ποιες συνθήκες είχε αποκτήσει αυτό το κουσούρι κι έλεγε μην ήτανε από γεννησιμιού του στάμπα ανεξίτηλη.
Και στοίβαζε κι απίθωνε με φούρια και σιγοτραγουδούσε.
«Δε θέλω να δουλεύεις, δε θέλω να δουλεύεις
δε θέλω να δουλεύεις, να βασανίζεσαι.
Θέλω να τρως να πίνεις, θέλω να τρως να πίνεις
θέλω να τρως, να πίνεις και να στολίζεσαι»
Πάντα είχε βιάση η δουλειά του αλλά σήμερα λες και τον είχε καταλάβει μια ανεξήγητη ταχύτητα, μια ταραχή δυσερμήνευτη. Να ‘τανε το δίπλωμα στις ξύλινες τάβλες που ‘χε αφήσει μέσα κι έξω του γρόμπους και κλειδώματα ή κανένας εφιάλτης από κείνους που ζωντανεύανε πού και πού στο χαμηλοτάβανο καμαράκι και παιζότανε μέχρι τέλους στους ξεφλουδισμένους τοίχους του; Ή να ‘τανε που ‘χανε περάσει μόλις τρεις μέρες από τ’ Αγιού τη γιορτή κι είχε πάρει, κατά το συνήθειο του, από πίσω τις μπάντες στα καντούνια, και με το ψευδό του «ταγατατζούμ», «ταγατατζούμ» τις συνόδευε ρυθμικά; Κι η μουσική πάντα κάτι ανακάτωνε μέσα του με τη βαθιά της κουτάλα. Σαν να μπέρδευε κι άλλο τ’ ατακτοποίητα και σαν στα τακτοποιημένα ν’ άλλαζε θέση και σειρά.

Κι έτσι πέρασε η ώρα κι ο Τάσος κόντευε να φινίρει με τα καναβάτσα και τα σακιά. Κι έκανε τη δουλειά του και όλο κοίταζε τη Ροζέτα στα κλεφτά. Την κοίταζε στα κλεφτά και δούλευε.
Ώσπου σε μια ανεπαίσθητη στιγμή τον ένιωσε να στέκεται σχεδόν δίπλα του. Με το γκρι φανελένιο κουστούμι του, το μακρύ αγγλικό πανωφόρι και το μεταξωτό μαντίλι στο λαιμό, δεμένο και σινιαρισμένο μέσα στο άνοιγμα που άφηνε το πουκάμισο. Την ήξερε ο Τάσος την κουστουμιά, δεν ήτανε χρεία να την κοιτάξει.
Τόνε νιώθει εκεί, αυτόν τον σιχαμένο και τον θρασύτατο. Πότε φύλαγε καραούλι σε ένα πέρασμα, πότε κόρταρε φόρα παρτίδα την ώρα της δουλειάς, πότε έστελνε όρντινο και καλούσε ονομαστικά στο γραφείο του κάποια που ‘χε σταμπάρει για τα περαιτέρω.
Και ξέρει ο Τάσος ότι τόνε κοιτάζει μ’ εκείνο το περιπαικτικό ύφος που το συνήθιζε και ότι ετοιμάζεται ν’ ανοίξει το στόμα, όπως πάντα, και ν’ αμολήσει τη χλευαστική κουβέντα και να τόνε κάνει ρεντίκολο στο γυναικομάνι με το χωρατό. Και δεν λάθεψε.
 -Τι γίνηκε σήμερα; Την εκούρδισες καλύτερα τη φωνή σου; ακούγονται μπάσα τα λόγια του μικρότερου αφεντικού κι αντηχούνε παράξενα μέσα στη μεγάλη αίθουσα ανακατωμένα με τον θόρυβο των αργαλειών.
  Δεν περνάει μέρα που να μη μπει μέσα και να μην τόνε κοροϊδέψει. Δεν περνάει μέρα που να μη φοβηθεί ο Τάσος για τη Ροζέτα, ότι έχει έρθει η δική της η σειρά για τα περαιτέρω. Κι ο Τάσος δεν ασκώνει το κεφάλι και δώσ’ του σωριάζει τις λινάτσες και τα σακιά. Μα η φωνή του αφεντικού ξανακούγεται επίμονη και πιο δυνατή αυτή τη φορά και καβατζάρει τον μηχανικό θόρυβο.
 -Δεν απαντάς, ε; Μα, εσύ, ένας λάτρης της μουσικής και να μην μπορείς να κουρδίσεις τη φωνή σου, πώς και τούτο; ρωτάει και κοιτάζει ένα γύρο τις γυναίκες που δουλεύουνε. Κοιτάει και τη Ροζέτα. Κι ο Τάσος σκυμμένος είναι σαν να βλέπει το κοροϊδευτικό ύφος και τα μότα που κάνει για να τόνε κογιονάρει και για να προκαλέσει τα γέλια τους. Κι η Ροζέτα είναι ανάμεσά τους.
Αέρας φύσηξε στην ψυχή του Τάσου. Βγήκε από μέσα του ή μπήκε μέσα του από κάποια αθέατη ρωγμή; Κανένας δε θα μπορούσε να βεβαιώσει. Μια φορά, εκεί μέσα στα σωθικά του ο αέρας σφυρίζει δυνατά, πολύ δυνατά και σηκώνει αντάρα. Κι όπως, λίγο πριν πεθάνεις, περνάνε αστραπιαία όλα τα επεισόδια της ζωής σου σαν ενσταντανέ από τα μάτια σου μπροστά, έτσι όλη η ζωή του Τάσου περνάει τούτη τη στιγμή μπροστά από τ’ ανοιχτά του μάτια: ζωή επαναλαμβανόμενη, σκυμμένη, μουντή. Όλη μέρα δουλειά για τις τάβλες και το ξεροκόμματο; Και τι στ’ αλήθεια μπορεί να προσφέρει στη Ροζέτα, αν αποφασίσει να ζήσει μαζί του;
Κι ο Τάσος αρπάζει τη σιδεριά που είναι πεσμένη εκεί παραδίπλα κι ορθώνοντας το κορμί του κι ισιώνοντάς το, τόσο όσο δεν το ‘χει κατορθώσει ποτέ και χωρίς να σκεφτεί τίποτα ουρλιάζει στ’ αφεντικό βαστώντας το σίδερο σαν δρεπάνι.
-Χάσου από τα μάτια μου. Κι εδώ μέσα αν θέλεις το καλό σου, μην ξαναπατήσεις. Και μπροστά σ’ όλο το γυναικολόι και τ’ αργαλειά τα ξερνάει όλα μπατιγκάδα χωρίς καθόλου ρετάρισμα.
Και μαζί με το χρώμα, που βλέπει να εξαφανίζεται από το μούτρο του μικρότερου αφεντικού, βλέπει και το χαμόγελο της Ροζέτας να φωτίζει το μελαχρινό της, όμορφο πρόσωπο.

Το διήγημά μου "Ο Τάσος ο Ταγατατζούμ", δημοσιευμένο στο τεύχος 39 του περιοδικού Ένεκεν (Απρίλης 2016), αφιερωμένο στη μνήμη της γιαγιάς μου
Αλεξάνδρα Μητσιάλη/Θεσσαλονίκη, Γενάρης 2016