Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Πρωτοχρονιά -Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος


Ανήκω στην ευάριθμη (για να μην πω στη μεγάλη, ή μάλλον στην πλειοψηφούσα…) ομάδα των νεοελλήνων αστών, η οποία ουδέποτε κατάφερε να χωνέψει όλες αυτές τις προκάτ ευχές, τους γλυκασμούς, τις (δήθεν) χαρές και συγκινήσεις των εορτών των Χριστουγέννων -εορτών, που (αν δεν κολυμπούσαμε σε ωκεανούς υποκρισίας) άνετα θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τον χαρακτηρισμό των πιο πληκτικών και θλιβερών ημερών του έτους. Σήμερα, κάτι με τον δέκατο τρίτο μισθό, κάτι με τις ομαδικές εξόδους (και την συνακόλουθο τροχαία σφαγή), τις εκδρομές εν γένει και τις πανηγύρεις, το πράγμα κολάζεται κάπως -τα χρόνια, όμως, εκείνα με τις οικογενειακές και λοιπές συνάξεις, τη γενικότερη στέρηση και μιζέρια, το κρύο και τον συνήθως άθλιο καιρό, οι άγιες καλούμενες ημέρες ελάχιστα απείχαν από μια μείζονα ετήσια δοκιμασία.

Ευτυχώς, τότε, τα Χριστούγεννα ήσαν τουλάχιστον απαλλαγμένα από τα μεταγενέστερα δεινά – το θλιβερότατο και αήθες χριστουγεννιάτικο δέντρο, τη γαλοπούλα, τα ηλίθια και άχρηστα δώρα και τον ορυμαγδό της χυδαίας διαφήμισης, η οποία (εσχάτως) αρχίζει πριν καλά καλά τελειώσουν τα καλοκαιρινά μπάνια. Και τα κάλαντα, που έψαλλαν κατά τις παραμονές τα παιδιά, είχαν μια τρυφερή και αφοπλιστική ειλικρίνεια: προσέβλεπαν σε ένα μικρό χαρτζιλίκι, στην πραγματοποίηση ενός ελάχιστου ονείρου.
Θυμάμαι δύο αδελφάκια στη Νιγρίτα της Βισαλτίας, που με καθαρό μουτράκι και παγωμένα πόδια, βουτηγμένα στο χιόνι, χτύπησαν την πόρτα μας και άρχισαν να μέλπουν, ενώ αραιές μυξούλες τρέχαν πάνω στα χείλη τους:

Κόλιαντα, μπάμπω, κόλιαντα
δυο χιλιάδες πρόβατα
και πεντακόσια γίδια,
δώσε, θειά, καρύδια…

Μετά που τέλειωσαν, το κοριτσάκι άπλωσε την ποδίτσα του, περιμένοντας τα καρύδια…
Η μοναδική χαρούμενη γιορτή (οφείλω να ομολογήσω) ήταν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όταν πλήθη κόσμου, άπασα η μικρή πόλη όπου ζούσα, ανεβοκατέβαινε (υπό βροχήν, συνήθως) στους κεντρικούς δρόμους, με σφυρίγματα, πειράγματα κι αλαλαγμούς, ενώ τα παιδιά τραβολογούσαν τους γονείς στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, προκειμένου να εξασφαλίσουν το δώρο τους – καμιά σφυρίχτρα, ένα τόπι ή (σπανιότερα) μια φυσαρμόνικα.
Στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι οι περισσότεροι ήσαν κατηφείς, μελαγχολικοί και άκεφοι, ξενυχτισμένοι συνήθως στα χαρτιά ή στους επίσημους χορούς. Το κυρίως πιάτο ήταν κόκορας με μακαρόνια (μακαρόνια χοντρά, με βορβορώδη κόκκινη σάλτσα, κομμάτια ξύλου κανέλας και άφθονη μυζήθρα), που τα συνόδευαν με βαρελίσια φέτα και μπόλικο ντόπιο κρασί. Τα γλυκά δεν τα άγγιζε σχεδόν κανείς. Ύστερα πήγαιναν να γείρουν, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, για μερικές ώρες – οπότε, όταν ξυπνούσαν, είχε πια νυχτώσει για καλά και ουδείς εγνώριζε πώς να σπρώξει αυτό το βράδυ… Έτσι, περίπου, στην επαρχία του ’50.
Κι ερχόμαστε, τώρα, στη Θεσσαλονίκη, ως επιτυχόντες στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή, όπου παρουσιαζόμαστε στις 10 Νοεμβρίου. Το πανεπιστήμιο δειλά δειλά ανοίγει, αλλά εμείς πρέπει πρώτα να συμπληρώσουμε έναν αυστηρό κύκλο στρατιωτικής εκπαίδευσης 40 ημερών. Η πρώτη έξοδος ορίζεται για τα Χριστούγεννα, οπότε και θα έχουν ετοιμαστεί οι (επίσημες) μπλε στολές εξόδου.
Δεν κατάλαβα ποτέ από που ξεφύτρωσαν όλοι εκείνοι οι φτωχομπινέδες ράφτες, οι οποίοι άρχισαν να ράβουν τις στολές μας: σύντομα δημιουργήθηκε ένα πραγματικό χάος με πρόβες, διορθώματα, ξηλώματα, αναβολές, ματαιώσεις, βάτες, στενέματα, φαρδέματα, κ.ο.κ. -το μόνο σίγουρο ήταν ότι κατά τα Χριστούγεννα είχαν, μεν, ετοιμαστεί μερικές στολές, αλλά ουδεμία χλαίνη… Αποφασίστηκε, μετά από συσκέψεις και διαβουλεύσεις των ηγητόρων, η έξοδος να πραγματοποιηθεί χωρίς χλαίνη, ως επί φθινοπωρινής ευδίας!

Οι Θεσσαλονικείς, λοιπόν, και οι γύρωθεν φόρεσαν τις στολές τους και απήλθαν (κάπως μουλωχτά…) στα σπιτάκια τους, οι υπόλοιποι των μεμακρυσμένων περιοχών, ημείς, αναλάβαμε πάσα σκοπιά και πάσα υπηρεσίαν: η πρώτη μας έξοδος θα γινόταν ανήμερα την Πρωτοχρονιά.
Δεν θα μιλήσω, φυσικά, για εκείνα τα Χριστούγεννα, όπου στο μεγάλο εστιατόριο της Σχολής τοποθετήθηκε ένα τεράστιο δέντρο (πρώτη φορά βλέπαμε κάτι τέτοιο), δώρο της οικείας δασικής υπηρεσίας, το οποίο άρχισαν (χορωδοί και άλλοι καλλίφωνοι) να πατηκώνουν με στρώσεις βάμβακος (χιονίζει, δήθεν) και με άλλα ετερόκλιτα και ετεροθαλή μπιχλιμπίδια. Το βαμπάκι το κουβαλούσαν από το αναρρωτήριο, συσκευασμένο σε ωραία πακέτα, επάνω στα οποία αναγραφόταν με μαύρα παχειά γράμματα Βάμβαξ υδρόφιλος φαρμακευτικός.
Παρατηρούσα με δέος το χιονιζόμενο εκείνο δέντρο που επέτεινε την παγωνιά του χώρου: τα καλοριφέρ είχαν προ πολλού χαλάσει και, απ’ όσο θυμάμαι, το Γ’ Σώμα Στρατού ενέκρινε το σχετικό κονδύλι για την επισκευή τους περί τα μέσα Μαρτίου.
Φθάνουμε, έτσι, αισίως στην παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οπότε ομάδα αισιόδοξων καλλίφωνων πήρε σβάρνα πριν ξημερώσει (εποχούμενη σε ημιυπαίθρια ημιφορτηγά τριών τετάρτων, τύπου Dodge) την ηγεσία της Σχολής, τους καθηγητές των εξωπανεπιστημιακών μαθημάτων (δεν εξαιρέθηκε ούτε ο διδάσκαλος χορού), ψάλλουσα (η καλλίφωνος ομάς) τα κάλαντα.
Κατά το μεσημεράκι άρχισε να καταφθάνει (ή, μάλλον, να καταπλέει, καθότι έβρεχε καταρρακτωδώς) η κουστωδία των ραφτάδων, κομίζουσα άρον άρον και τις υπόλοιπες μπλε στολές: η παράδοση των χλαινών ανεβλήθη, και πάλι, για ευθετώτερο χρόνο…

Η Πρωτοχρονιά άρχισε με κάποια χαλαρότητα: η πρωινή γυμναστική παρελήφθη, αλλά αμέσως μετά το πρωινό ρόφημα άρχισε χορός κινητοποιήσεων, διότι στην επιστήμη επί των Νέω Ετει δοξολογία θα αποτελούσαμε το τμήμα αποδόσεως τιμών.

Φθάσαμε με άγριο βαρδάρη στο προαύλιο της Αγιάς Σοφίας στις 9: η δοξολογία είχε ορισθεί για τις 10.30.

Στη Σχολή επιστρέψαμε λίγο πριν από το πρωτοχρονιάτικο γεύμα, στο οποίο παρεκάθησε κατ’ εξαίρεσιν και ο Δοιηκητής. Μετά τις ευχές, τις ημερήσιες διαταγές, τις προσευχές, τα κάλαντα (πάλι η γνωστή ομάς) κ.λπ., άρχισε το σερβίρισμα του φαγητού.

Ήρθαν πρώτα οι σουπιέρες. Όταν δοκίμασα την πρώτη κουταλιά, μάταια προσπάθησα να εντοπίσω τη μυρουδιά εκείνης της σούπας. Ο τραπεζάρχης με αγριοκοίταξε, ώστε αναγκάστηκα να την καταπιώ… Ακολούθησαν πιατέλες, με κάτι τεράστια κουφάρια: ήταν γαλοπούλες γεμιστές (γεγονός που ερμήνευε εκ των υστέρων την απροσδιόριστη μυρουδιά και γεύση της σούπας), σαλάτα λάχανο, και κομπόστα ροδάκινο της ομοσπονδίας γεωργικών συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης. Το γεύμα έκλεινε με γαλακτομπούρεκο και φρούτο (πορτοκάλι).
Στις 3.30 συγκεντρωθήκαμε με τις μπλε στολές για την πρώτη έξοδο. Μετά από ενδελεχείς και εξονυχιστικές επιθεωρήσεις, εδέησε να διαβούμε την πύλη της Σχολής.
Πήραμε με τον Νίκο το τραμ και κατεβήκαμε στην Τσιμισκή. Ο δρόμος ήταν έρημος, ο βαρδάρης είχε αγριέψει, τα μαγαζιά κλειστά, κάθε τόσο συναντούσαμε ανωτέρους και απονέμαμε τον οφειλόμενο χαιρετισμό… Σε λίγο ένιωθα τα πόδια με παγωμένα (φορούσαμε μαύρες κάλτσες μερσεριζέ, λεπτότατες, σχεδόν διαφανείς), αισθανόμουν λεπτούς κόκκους άμμου να τρυπώνουν στα παπούτσια μου. -Θα παγώσουμε, μου λέει ο Νίκος, και με παρέσυρε προς την παραλία, όπου το σπίτι μακρινού συγγενούς του, ανωτάτου στελέχους κρατικής υπηρεσίας.
Πάτησε το κουδούνι και, μετά από αρκετή ώρα, μας άνοιξαν. Το διαμέρισμα ήταν γεμάτο κόσμο, οι περισσότεροι έτρωγαν ακόμη, και μας κοίταξαν κάπως περίεργα. Η οικοδέσποινα μας σύστησε και μας πρόσφερε κουραμπιέδες και κονιάκ. Στο διπλανό δωμάτιο η κόρης της και μια παρέα νέων έπαιζαν τυφλόμυγα.
Ξαφνικά έγινε απόλυτη σιωπή. Στο κέντρο του τραπεζιού τεντώθηκε και άρχισε να ξεροβήχει ένας μεσόκοπος προγάστωρ, φημισμένος προπολεμικά (καθώς μας εξήγησαν ψιθυριστά και με δέος) βαρύτονος της Λυρικής. Ο (τέως) βαρύτονος, υπείκων στις παρακλήσεις των οικοδεσποτών που τον τραπέζωναν συχνά, εδέχθη να τραγουδήσει μερικά άσματα του συρμού.
Τον φάγαμε κι αυτόν στη μάπα καμιά ώρα. Όταν τελείωσε, όλοι σηκώθηκαν και, ένας ένας, άρχισαν να φεύγουν. Χαιρετήσαμε και φύγαμε και εμείς.

Είχε, πια, σκοτεινιάσει για καλά. Μη έχοντας που να πάμε (ουδείς των γηγενών μας είχε προκαλέσει σπίτι του), επιχειρήσαμε να κάνουμε και πάλι καμιά βόλτα. Μάταια – τρέμαμε από το κρύο και οι δύο. Κατευθυνθήκαμε δρομαίως στην πιο κοντινή στάση του τραμ, όπου και περιμέναμε αρκετή ώρα, προκειμένου να επιστρέψουμε στη Σχολή.
Όταν, επιτέλους, έφθασε επιβιβαστήκαμε με ανακούφιση. Την ώρα που ξεκινούσε το τραμ, στο διπλανό πεζοδρόμιο περπατούσε η παρέα της τυφλόμυγας, έχοντας στο κέντρο την κόρη της προ ολίγου οικοδέσποινας. Τη στιγμή που βρεθήκαμε στο ίδιο ύψος (εκείνη κοίταζε επιμόνως προς το μέρος μας), είδα τον Νίκο να ανταλλάσσει μαζί της νεύματα και χειρονομίες για κάτι κάπως αόριστο μεν, αλλά πάντως προσεχές, ή ακόμη και αμέσως επικείμενο.

 Από τη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 339, 30 Δεκεμβρίου 2004.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου