Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Επιτάφιος - Γιάννης Ρίτσος






Ι
(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσής του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της, βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών των απεργών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της)


Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,


Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;


Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονο μου,
που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ’ το τσίνορό μου,


Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;


Πουλί μου, εσύ που μούφερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;



VI

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω


Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης


Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα


Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι


Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.


Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.


Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια


Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.


Στη στράτα εδώ καταμεσής τ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.


Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.


Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.




Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα








 
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ
 ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ   Α. ΤΑΣΣΟΣ





Γιάννης Ρίτσος
 
Ο Γιάννης Ρίτσος (1909-1990) γεννήθηκε στη Μονεμβασιά 
και είχε τρία μεγαλύτερα αδέλφια, 
τα οποία πρωταγωνιστούν στα έργα του. 
Καταγόταν από εύπορη οικογένεια, 
η οποία θα καταστραφεί οικονομικά
 στη δεκαετία του 1920. 
Το 1921 πεθαίνουν ο αδερφός του Μίμης και η μητέρα του. 
Το 1924 δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα 
στη Διάπλαση των Παίδων, 
με το ψευδώνυμο Ιδανικόν Όραμα. 
Λόγω της οικονομικής καταστροφής του πατέρα του, 
φεύγει μαζί με την αδελφή του Λούλα για την Αθήνα,
 όπου θα κάνει διάφορες δουλειές για να επιβιώσει δακτυλογράφος,διορθωτής, ηθοποιός, χορευτής, κ.α

Το 1926 αρρωσταίνει από φυματίωση. 
Στη συνέχεια, θα νοσηλευτεί πολλές φορές, 
Αθήνα, Χανιά, και στη διάρκεια της Κατοχής θα είναι,
 λόγω της ασθένειάς του, κατάκοιτος. 

Η προσχώρησή του στο μαρξισμό μάλιστα 
σχετίζεται άμεσα με την ασθένειά του, 
αφού από το 1927 ως το 1930 
νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Σωτηρία, 
όπου γνωρίζει και μαρξιστές διανοούμενους της εποχής 
και τη Μαρία Πολυδούρη. 

Τη διετία 1927 1928, σαράντα νεορομαντικά του ποιήματα, 
που κινούνται στο κλίμα
 μελαγχολίας και νοσταλγίας του μεσοπολέμου, 
δημοσιεύονται 
στο Λογοτεχνικό παράρτημα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας.  

Τα ποιήματα αυτά ανήκουν σε συλλογές 
που δεν θα εκδοθούν ποτέ  
Στο παλιό μας σπίτι,
 Δάκρυα και χαμόγελα.



 Τον Οκτώβρη του 1931 αναλαμβάνει τη διεύθυνση 
του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης, 
όπου σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις.
 Είναι μια από τις καλύτερες περιόδους της ζωής του, 
αφού τόσο η υγεία όσο και τα οικονομικά του 
βελτιώνονται σημαντικά, με τη βοήθεια της αδελφής του Λούλας,
 που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική. 
Ο Γ. Ρίτσος συνεργάζεται 
με περιοδικά και εφημερίδες της Αριστεράς 
και δουλεύει στο εμπορικό θέατρο. 

Η πρώτη του ποιητική συλλογή μάλιστα  
Τρακτέρ, 
θα δημοσιευτεί στον Ριζοσπάστη.  
Το 1934 προσχωρεί στο ΚΚΕ. 
Στην Κατοχή, παρότι κατάκοιτος, 
δραστηριοποιήθηκε στον μορφωτικό τομέα του ΕΑΜ 
και στα Δεκεμβριανά, καταστράφηκαν πολλά γραπτά του. 
Το 1948 εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του
 στο Κοντοπούλι της Λήμνου, 
τον επόμενο χρόνο στη Μακρόνησο, 
το 1950 1951 στον ΑιΣτράτη. 
Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα
 και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ.
 Επισκεπτόταν συχνά τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού
 και ασχολούνταν ενεργά 
με την προβολή της λογοτεχνίας τους στην Ελλάδα. 
Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ. 
Μετά το πραξικόπημα το 1967 εξορίστηκε ξανά, 
αυτή τη φορά στη Γυάρο και τη Λέρο και το 1968 στη Σάμο, 
όπου τέθηκε σε κατ οίκον περιορισμό
 στο σπίτι της γυναίκας του για λόγους υγείας. 

Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, 
μετά όμως από άρνησή του 
να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου
 εξορίστηκε και πάλι στη Σάμο. 
Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

 Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση 
έζησε κυρίως στην Αθήνα και τιμήθηκε για το έργο του 
από την Ελλάδα και άλλες χώρες του κόσμου
 με πολλές διακρίσεις 

το Μέγα Διεθνές Βραβείο Ποίησης της Biennale του Knokk le zont 1972 , 

το Διεθνές Βραβείο Δημητρώφ 1975 , 

το Μέγα Γαλλικό Βραβείο Ποίησης Alfred de Vigny, 

το βραβείο Λένιν 1977 , 

το Διεθνές Βραβείο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης 1979 , 

το βραβείο Ποιητή Διεθνούς Ειρήνης του ΟΗΕ, 

το Χρυσό Μετάλλιο του Δήμου Αθηναίων 1987 ,

το Μετάλλιο Ειρήνης Γρηγόρη Λαμπράκη 1989 , 

τον Μεγάλο Αστέρα της Φιλίας των Λαών ΓΛΔ. ,

 το μετάλλιο Ζολιό Κιουρί 1990 .

 Το 1986 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. 

Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών ,

και της Ακαδημίας Λογοτεχνών και Επιστημών Mainz της ΟΔΓ, 

και ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων 
Θεσσαλονίκης 1975 , 
Μπέρμιγχαμ 1978 ,
Karl Marx της Λειψίας 1984 , 
της Φιλοσοφικής Σχολής τουΠανεπιστημίου της Αθήνας 1987 . 

Τα ποιήματα που έγραψε στο διάστημα 1987 1989 
εκδόθηκαν μετά το θάνατό του, 
με τον τίτλο 
Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα. 
 Πέθανε το Νοέμβρη του 1990 
και η σορός του ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του. 

Άφησε πίσω του πενήντα ανέκδοτες συλλογές. 
Συνδυάζοντας τις μεγάλες αφηγήσεις με τα ολιγόστιχα ποιήματα,
τις ευρείες συνθέσεις σχετικά με μεγάλες στιγμές της Ιστορίας
 με τους μονολόγους 
ή τα μικρά ποιήματα για την ανθρώπινη μοίρα 
και τη λειτουργία της τέχνης, 

ο Ρίτσος κάλυψε πραγματικά 
ολόκληρο το πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας 
και αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές 
όλων των εποχών. 
Τα έργα του κυκλοφορούν
από τις εκδόσεις Κέδρος.

1 σχόλιο:

  1. Θεσσαλονίκη, Μάης 1936: Η ζωή και ο θάνατος του Τάσου Τούση, του ανθρώπου που έγινε σύμβολο
    http://aftercrisisblog.blogspot.com/2014/04/blog-post_30.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή