Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Μάιος – Το στεφάνι της Ζωής - Βασίλης Παπαθεοδώρου




Η Ζωή είναι μια μικρή τσιγγανοπούλα. Από αυτά τα τσιγγανάκια που βλέπει κανείς στα φανάρια να πουλάνε χαρτομάντιλα, ή να καθαρίζουν τζάμια ή να χτυπάνε απλώς το παράθυρο του οδηγού για να πάρουν κάποιο κέρμα. Η Ζωή βρίσκεται κάθε πρωί σε ένα συγκεκριμένο φανάρι, ενώ το απόγευμα πάει σε άλλο. Είναι ένας κύριος που φορτώνει τα τσιγγανάκια σε μία καρότσα και τα σκορπά κάθε μέρα σε διάφορες γωνιές της πόλης, ενώ τα βράδια τα μαζεύει. Τότε αυτά του δίνουν όσα λεφτά μάζεψαν και αυτός τους αφήνει ένα πολύ μικρό ποσό ή τους δίνει φαγητό.
Όλα αυτά τα μικρά παιδιά, μένουν μαζί με τις οικογένειές τους σε ένα μέρος που λέγεται καταυλισμός. Βέβαια δε μένουν σε κανά διαμέρισμα με όλες τις ανέσεις, όχι, το αντίθετο. Τα πιο τυχερά από αυτά μένουν σε μια παράγκα, στοιβαγμένα με πολλά άλλα άτομα και κοιμούνται σε κιλίμια πάνω στο πάτωμα ή σε παλιά στρώματα που τα μάζεψαν από τα σκουπίδια. Γιατί αυτά τα παιδιά κάνουν παρέα και σε σκουπίδια. Πάνε όλα μαζί με μεγάλες σακούλες και διαλέγουν από τους σωρούς με τα άχρηστα πράματα, αυτά που τους φαίνονται ότι μπορούν να τα ξαναπουλήσουν. Κάποια από αυτά δεν έχουν καν οικογένειες και μένουν μαζί με άγνωστους, που με τον καιρό τους έχουν σαν οικογένειά τους.


Η Ζωή ξέρει όλη την πόλη πάρα πολύ καλά, δεν της ξεφεύγει ούτε ένα στενάκι κι ας είναι τόσο μικρή. Ξέρει επίσης πολλές συνοικίες, έχει πάει κι έχει ζητιανέψει εκεί. Σε προάστια μακριά από το κέντρο δεν πηγαίνει, εκεί οι μαγαζάτορες τη διώχνουν και επίσης κάποιοι αστυνομικοί την έχουν κυνηγήσει. Σε ένα από αυτά τα κυνήγια, που έτρεχε ξυπόλητη, γλίστρισε και της έπεσαν κάποια κέρματα στο δρόμο. Το βράδυ που έδιναν τα λεφτά στον κύριο με την καρότσα, η Ζωή δεν έδωσε όσα έδινε τις προηγούμενες μέρες και έφαγε ξύλο. Εκείνη την ημέρα δεν της έδωσαν φαγητό και έπεσε νηστική να κοιμηθεί. Το στομάχι της γουργούριζε και πόναγε, αλλά κανένα από τα άλλα παιδιά που ήταν μαζί της δεν της έδωσε λίγο από το φαγητό του, έστω λίγο από το ψωμί του. Ίσως γιατί θα έτρωγαν κι αυτά ξύλο αν το έκαναν.


Όμως παρόλα αυτά της άρεσε και κάπου αυτό που έκανε κάθε μέρα. Δηλαδή έβλεπε ένα σωρό ανθρώπους, κάποιοι της έδιναν λεφτά, κάποιοι σιχαίνονταν να την ακουμπήσουν, αλλά δε βαριόταν ποτέ της. Γύρναγε σε όλη την πόλη και ένιωθε κάπως ελεύθερη, τουλάχιστον τις ώρες που δεν την έλεγχε ο κύριος με την καρότσα. Τώρα βέβαια θα προτιμούσε κάποιες φορές να έπαιζε με τα άλλα παιδιά, έβλεπε τα παιχνίδια που τους είχαν πάρει οι γονείς τους και τα ζήλευε κάπως, αλλά ονειρευόταν ότι κάποια μέρα θα είχε κι αυτή ένα παιχνίδι στα χέρια της, να το χαρεί, να δει πώς είναι. Δεν το ήθελε για πολλές μέρες, όχι, μόνο για λίγες, μόνο για να λέει στον εαυτό της ότι κράτησε μια φορά ένα δικό της παιχνίδι. Γιατί όλες τις φορές κράταγε παιχνίδια που θα τα πούλαγε σε άλλους.

..........................................................................................................................................................

Περισσότερα εδώ:







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου